Ανάλυση: Η ηθική και οικονομική αιτιολόγηση της φοροδιαφυγής

Ανάλυση: Η ηθική και οικονομική αιτιολόγηση της φοροδιαφυγής

  • Όλα τα ηθικά συστήματα που βασίζονται σε θετικές υποχρεώσεις νομιμοποιούν τον εξαναγκασμό για την εφαρμογή τους. 
  • Αλλά χωρίς κανένα αντικειμενικό κριτήριο του ακριβούς περιεχομένου του καθήκοντος, η ηθική αυτή καταλήγει στην ακόλουθη αρχή: μπορεί κανείς να καταφύγει στον εξαναγκασμό για να αναγκάσει άλλους ανθρώπους να μοιραστούν το κόστος της ικανοποίησης οποιασδήποτε ανάγκης που, αυτός θεωρεί, πως πρέπει να ικανοποιηθεί.
  • Αν ο καθένας μπορεί να καταφύγει σε εξαναγκασμό, προκειμένου να επιβάλει σε άλλους αυτό που θεωρεί ηθική υποχρέωσή τους, τότε προκύπτει μια γενική σύγκρουση. Η φοροδιαφυγή αποτελεί, έστω και στο ελάχιστο, μια αποκατάσταση της ηθικής τάξης.
  • απούσης της απομάκρυνσης ή της μείωσης των φορολογικών επιπέδων, η φοροδιαφυγή επιτρέπει τουλάχιστον μια μερική αποκατάσταση των δικαιωμάτων του συνεταιρίζεσθαι, με επακόλουθες βελτιώσεις της ηθικής δικαιοσύνης καθώς και της οικονομικής αποδοτικότητας
    
 Των: Philipp BagusWalter BlockMarian EabrasuDavid Howden & Jeremie Rostan
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής και Ευθύμης Μαραμής

www.eleytheriagora.gr

Περίληψη

Μια ευρεία και αυξανόμενη γενική παραδοχή, θεωρεί τη φορολογία ως ουσιαστικά καταναγκαστική εκ φύσεως. Ανεξαρτήτως του μεγέθους της φορολογίας ή των δραστών που την διαπράττουν, το βασικό συστατικό του εξαναγκασμού παραμένει. Η φοροδιαφυγή πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια μετατροπής αυτής της καταναγκαστικής συμπεριφοράς σε εθελοντικές συναλλαγές. Με τη μεταβολή των όρων πληρωμής και παραλαβής αγαθών και υπηρεσιών, η φορολογία έχει άμεση επίδραση τόσο στις προτιμήσεις των καταναλωτών όσο και των παραγωγών. Οι επικριτές της φοροδιαφυγής έχουν αφήσει αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα κατανείμει η κοινωνία αποτελεσματικά τους σπάνιους πόρους της, όταν οι πληροφορίες σχετικά με τις καταναλωτικές και παραγωγικές προτιμήσεις παραμορφώνονται από εξαναγκαστικά μέτρα. Αν δεχθούμε ότι οι παραγωγικές και καταναλωτικές προτιμήσεις εκφράζονται εθελοντικά και άμεσα μέσω των συμμετεχόντων στην αγορά, τότε υποστηρίζουμε ότι η φοροδιαφυγή θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της οικονομικής αποδοτικότητας και θα επιτρέψει την αποκατάσταση του δικαιώματος του ατόμου να συνάπτει ελεύθερα συμφωνίες και συμβάσεις.

Εισαγωγή

Οι περισσότεροι σχολιαστές θεωρούν τη φοροδιαφυγή εντελώς ανήθικη. Υπάρχουν ορισμένες ασάφειες σχετικά με την έννοια της ίδιας της λέξης «φορολογία» που πρέπει να εξεταστούν κατά την αξιολόγηση αυτού του ισχυρισμού. Υποστηρίζουμε ότι η έννοια της φορολογίας δεν εξαρτάται ούτε από αυτούς που συλλέγουν τους φόρους ούτε από τους στόχους τους. Αυτή η ιδέα ρίχνει νέο φως στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επικριτές της φοροδιαφυγής και μας επιτρέπει να επιδείξουμε ότι, τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς, αποτυγχάνουν να συμβιβάσουν τις ασυνέπειες τους.

Υπάρχει μια μεγάλη παραδοχή μεταξύ μελετητών (Reidy και Riker 2008), η οποία επικαλύπτει τις πιο κοινές διαισθήσεις μας, ότι η φορολογία αποτελεί μια μορφή καταναγκαστικής πληρωμής (Hodson 1983, σελ. 133). Εφόσον χρησιμοποιείται φυσικός εξαναγκασμός για να εξασφαλιστεί η πληρωμή, αυτή πρέπει να θεωρηθεί ακούσια. Ως εκ τούτου, η φοροδιαφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια μετατροπής ενός καταναγκασμού σε εθελοντική πληρωμή. Επιπλέον, ο εξαναγκασμός είναι εξαναγκασμός, ανεξάρτητα από τους στόχους του δράστη.

  • Ο εξαναγκασμός αλλάζει εντελώς τη φύση μιας εκταμίευσης. Σε αντίθεση με μια εθελοντική πληρωμή, η καταναγκαστική αποκόπτει την εγγενή σχέση μεταξύ ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας και της απαιτούμενης πληρωμής για αυτά (Rothbard 2009, σελ. 1149-1253).
  • Μια εθελοντική δαπάνη συνεπάγεται την συναινετική μεταβίβαση ενός αριθμού πόρων σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ως αντάλλαγμα για κάποιο αγαθό στην κατοχή του ή για κάποια υπηρεσία του.
  • Ως εκ τούτου, η ελεύθερη πληρωμή για ένα αγαθό ή υπηρεσία συνδέεται εγγενώς με το αντίστοιχο αγαθό ή υπηρεσία, τα οποία δεν θα παρέχονταν χωρίς την απαιτούμενη πληρωμή.
  • Είναι ακριβώς αυτή η στενή σχέση που ακυρώνει ο εξαναγκασμός. Το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της καταναγκαστικής μεταβίβασης κεφαλαίων, είναι ότι δεν έχει συμφωνηθεί κανένα αγαθό και καμία υπηρεσία για αυτά τα κεφάλαια1«Εδώ υφίσταται μια διάσπαση μεταξύ πληρωμής και παραλαβής της υπηρεσίας» (Rothbard 2009, σ. 1245).

Εφόσον ο εξαναγκασμός είναι σε ισχύ, τα χαρακτηριστικά του θα είναι πάντα τα ίδια. Αποκόπτοντας τη σχέση μεταξύ πληρωμής και παραλαβής της υπηρεσίας, ο εξαναγκασμός εξαφανίζει τις ακριβείς προτιμήσεις των δρώντων που εκδιώκονται από τους πόρους τους, κατανέμοντας αυτούς τους πόρους σύμφωνα με τις κλίμακες προτιμήσεων των επιτιθεμένων δραστών που τους αποσπούν. Η φύση της φορολογίας παραμένει αναλλοίωτη και ανεξάρτητη από τους δράστες. Είτε το σύστημα εκφοβισμού δημιουργήθηκε από ένα συγκεκριμένο άτομο, ομάδα, θεσμικό όργανο, δημοκρατική πολιτική ρύθμιση ή κοινοβούλιο, τα χαρακτηριστικά της φορολογίας θα παραμείνουν αμετάβλητα. Επιπλέον, η φύση της φορολογίας παραμένει ανεπηρέαστη είτε σας αποσπά 100 € ή 1.000.000 €, το 10% ή το 80% των εβδομαδιαίων, μηνιαίων ή ετήσιων εσόδων σας.

Η φοροδιαφυγή πρέπει να ερμηνευθεί ως προσπάθεια ανάκτησης της σχέσης μεταξύ της υπηρεσίας και της ανταποδοτικής πληρωμής και, επομένως, να αποκαλυφθούν οι κλίμακες προτιμήσεων των φορολογουμένων όσον αφορά την κατανομή των δικών τους πόρων. Ο κύκλος εκείνων που υποστηρίζουν τη φοροδιαφυγή, πρέπει να είναι πιο περιεκτικός από τους Λιμπερταριανούς μελετητές (Rothbard 1998, σελ. 161-175) που προτρέπουν για μηδενική φορολογία. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος αντιτίθεται στη φορολογία ύψους 80% των ετήσιων εσόδων, αλλά υποστηρίζει, για παράδειγμα, μια φορολόγηση του 10%. Αυτό το άτομο λογικά θα πρέπει να ευνοήσει τη φοροδιαφυγή ώστε να μειωθούν οι καταβολές από το 80% στο 10%. Αλλά ο υποστηρικτής της φορολόγησης ύψους 10%, πρέπει να απαντήσει σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα: «Γιατί να επιλέξουμε το 10% αντί του 0% εξαναγκαστικής πληρωμής, εφόσον η φύση της φορολογίας παραμένει αμετάβλητη είτε πλήττει το 80% είτε το 10% των εσόδων μας;» Για να είμαστε ακριβείς, η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν είναι εύκολη επειδή θα μπορούσε να στηριχθεί μόνο σε αυθαίρετη αξίωση.

Οι επικριτές της φοροδιαφυγής, πρέπει επίσης να λάβουν υπόψη ότι, ελλείψει της φοροδιαφυγής, καθίσταται αδύνατο να διαπιστωθεί κατά πόσον η κατανομή των πόρων στην κοινωνία, ταιριάζει με τις προτιμήσεις των φορολογουμένων. Όλες οι πολιτικές ρυθμίσεις που προτείνονται για να εξασφαλιστεί ότι η ανακατανομή των πόρων εντός της κοινωνίας ταιριάζει με τις κλίμακες προτιμήσεων των μελών της, δεν είναι σε γενικές γραμμές ικανοποιητικές. Αυτό το γεγονός επιβεβαιώνεται από τις πολυάριθμες συζητήσεις στις οποίες εμπλέκεται η δημοκρατική θεωρία για το συγκεκριμένο θέμα (Dryzek 2004, σελ. 143-155).

  • Οι επικριτές της φοροδιαφυγής παραβλέπουν το γεγονός ότι η φορολογία καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό του ποιος πληρώνει τι και, ως εκ τούτου, αποκρύπτει τις ή υπερισχύει των προτιμήσεων των μελών της κοινωνίας.
  • Ελλείψει συσκευής ικανής να αποκαλύψει αυτές τις προτιμήσεις, η φοροδιαφυγή είναι ο πιο φυσικός και πρακτικός τρόπος για την επιστροφή σε μια ακριβέστερη κατανομή των πόρων (δηλαδή, σύμφωνα με τις προτιμήσεις των συνεισφερόντων).
  • Εάν πιστεύουμε ότι οι προτιμήσεις εκτιμώνται καλύτερα και ικανοποιούνται από τους δρώντες, πρέπει να ευνοήσουμε τη φοροδιαφυγή (διότι η φοροδιαφυγή αποτελεί μια κατάλληλη συσκευή για την αποκάλυψη και την τήρηση της κλίμακας προτιμήσεων των φορολογουμένων εντός μιας κοινωνίας).

Η φύση της ηθικής και της φορολογίας

Ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς για τη δεοντολογία της φοροδιαφυγής ορίζει τη φορολογία ως την «εξαναγκαστική απόκτηση περιουσίας από την κυβέρνηση» (McGee 1994). Πολλοί άνθρωποι αναμφισβήτητα αντιτάσσονται στην άποψη αυτή και ισχυρίζονται ότι πληρώνουν φόρους κυρίως εθελοντικά για δημόσιους σκοπούς. Παρόλα αυτά, υποχρεώνονται να καλύψουν το κόστος αυτό, επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα να μην τους πληρώνουν. Οι φόροι είναι υποχρεωτικοί: δεν πρόκειται για ψυχολογική κατάσταση, αλλά για θεσμικό περιβάλλον. Η φορολογία βασίζεται στον εξαναγκασμό, με την έννοια ότι η φοροδιαφυγή είναι παράνομη, έτσι ώστε η κυβέρνηση να καταφύγει σε χρήση βίας, εάν ο φορολογούμενος δεν συμμορφωθεί με τις φορολογικές υποχρεώσεις του.

Επειδή η φοροδιαφυγή είναι ανήθικη, πρέπει να υπάρχει ηθική υποχρέωση να πληρώνονται οι φόροι, κάτι που εφαρμόζεται μέσω του υποχρεωτικού χαρακτήρα της φορολογίας. Μια τέτοια υποχρέωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως «θετική», υπό την έννοια ότι επιβάλει ορισμένες ενέργειες, ενώ μια «αρνητική» υποχρέωση απαγορεύει μόνο ορισμένες ενέργειες. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί κανείς να διακρίνει δύο τύπους θετικών υποχρεώσεων ως βάση φορολόγησης. Στην πραγματικότητα, ορισμένοι φόροι χρηματοδοτούν την παραγωγή λεγόμενων δημόσιων αγαθών που προσφέρονται, πιθανώς, σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, ενώ άλλοι φόροι χρηματοδοτούν δημόσιες ενέργειες, οι οποίες, υποθετικά, ωφελούν μερικούς.

  • Το πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα για τη φορολογία είναι ότι είναι αδύνατο να προσδιοριστεί ποια είδη δημοσίων αγαθών είναι απαραίτητα, σε ποια ποσότητα και ποιες μη ικανοποιημένες ανάγκες ενός ατόμου συνεπάγονται την υποχρέωση κάποιου άλλου να τις πληρώσει.
  •  Όλα τα ηθικά συστήματα που βασίζονται σε θετικές υποχρεώσεις νομιμοποιούν τον εξαναγκασμό για την εφαρμογή τους.
  • Αλλά χωρίς κανένα αντικειμενικό κριτήριο του ακριβούς περιεχομένου του καθήκοντος, η ηθική αυτή καταλήγει στην ακόλουθη αρχή: μπορεί κανείς να καταφύγει στον εξαναγκασμό για να αναγκάσει άλλους ανθρώπους να μοιραστούν το κόστος της ικανοποίησης οποιασδήποτε ανάγκης που, αυτός θεωρεί, πως πρέπει να ικανοποιηθεί.

Αν ο καθένας μπορεί να καταφύγει σε εξαναγκασμό, προκειμένου να επιβάλει σε άλλους αυτό που θεωρεί ηθική υποχρέωσή τους, τότε προκύπτει μια γενική σύγκρουση, την οποία εν γένει ονομάζουμε «γενικές εκλογές». Μια δεύτερη συνέπεια είναι ότι, συγκεκριμένα και στην πράξη, ο ισχυρότερος μπορεί να αναγκάσει τους αδύναμους να ανταποκριθούν στις εντολές του/της. Και τρίτον, μια τέτοια «ηθική» συνεπάγεται στην πραγματικότητα την άρνηση όλων των ηθικών αρχών, γιατί αυτό στο οποίο καταλήγει, είναι ότι μπορεί κανείς να ξεκινήσει τη χρήση βίας εναντίον άλλων, όποτε το θεωρεί δικαιολογημένο.

  • Ένα τέτοιο δόγμα δεν είναι μόνο λανθασμένο, αλλά είναι επίσης ψευδές, με την έννοια ότι στηρίζεται σε μια εσφαλμένη αντίληψη της ηθικής.
  • Όλα τα δόγματα των θετικών υποχρεώσεων θεωρούν την ηθική ως εντολή για ορισμένες ενέργειες και ως εκ τούτου μια βάση για να δικαιολογηθεί η έναρξη βίας σε ορισμένες περιπτώσεις – μια βάση που στην πραγματικότητα καταλήγει σε υποκειμενική άποψη σχετικά με το ηθικό καθήκον.
  • Αντιθέτως, η ηθική απαγορεύει μόνο ορισμένες πράξεις: περιέχει απλώς την αρνητική υποχρέωση να μην ξεκινήσει η χρήση βίας εναντίον άλλων ανθρώπων. Όλα τα μέλη της κοινωνίας έχουν αποκλίνουσες απόψεις για το τι πρέπει να γίνει.
  • Έχουν αυτό που μπορεί κανείς να ονομάσει διάφορους «ηθικούς κώδικες»: χρονοδιαγράμματα των σκοπών στους οποίους δίνουν σχετικές και οριακές αξίες και που αντιγράφουν στις αποφάσεις των δράσεων τους.

Για παράδειγμα, ένα άτομο θα κάνει τακτική και γενναιόδωρη συνεισφορά σε μια ένωση που θα προστατεύει τα ζώα και θα πληρώνει ευχαρίστως για τη διατήρηση των εθνικών πάρκων, ενώ άλλος θα στηρίζει την εκπαίδευση των ορφανών σε υποανάπτυκτες χώρες, καθώς και ένα εθνικό σύστημα δημοσίων σχολείων.

  • Σε αυτή τη βάση, η ηθική δεν λέει ότι κάποιος μπορεί να καταφύγει στον εξαναγκασμό για να επιβάλει τις προτιμήσεις του σε άλλους ανθρώπους, όποτε θεωρεί ότι οι στόχοι είναι αρκετά «υψηλοί» ώστε να δικαιολογούν αυτά τα μέσα.
  • Αντίθετα: μια σωστή εντολή δεοντολογίας, αποτελεί το ότι κανένας δεν μπορεί να ξεκινήσει τη χρήση βίας για να επιβάλει τον δικό του ηθικό κώδικα σε άλλους ανθρώπους.
  • Εάν η δεοντολογία δεν μπορεί να περιέχει θετικές υποχρεώσεις, τότε η φοροδιαφυγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη και, αντίθετα, η φορολογία πρέπει να θεωρηθεί ως τέτοια. Η φοροδιαφυγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη, διότι δεν υπάρχει καμία θετική υποχρέωση να διανέμεται το κόστος οποιουδήποτε δημόσιου αγαθού ή δράσης, το οποίο άλλοι άνθρωποι, ακόμη και η πλειοψηφία, κρίνουν απαραίτητο και θεωρούν ως ηθικό καθήκον.

Η ηθική της φοροδιαφυγής

Το κυρίως μέρος της συζήτησης για τη δεοντολογία της φοροδιαφυγής ενέχει τη διάκριση μεταξύ δίκαιου και άδικου εξαναγκασμού. Με εξαίρεση τους ειρηνιστές (πασιφιστές), υπάρχει συμφωνία μεταξύ των φιλοσόφων ότι δεν είναι όλες οι μορφές βίας άδικες (Eickelmann et al., 2005). Η συμφωνία αυτή επεκτείνεται επίσης στο γεγονός ότι στην κατηγορία των ηθικά επιτρεπόμενων επιθέσεων πρέπει να συμπεριλάβουμε την αυτοάμυνα, δηλαδή την αντίδραση σε μια προηγούμενη επιθετικότητα (Thomson 1991 · Wasserman 1987). Διαφορετικά (δηλαδή, αν η υπεράσπιση κατά των επιτιθεμένων δεν ήταν ηθικά επιτρεπτή), τότε οποιαδήποτε επιθετικότητα θα μπορούσε να ξεκινήσει νόμιμα. Πράγματι, μια θεωρία που δεν θέτει κανένα όριο στην επιθετικότητα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ηθική θεωρία.

Ωστόσο, πέρα ​​από αυτή τη μεγάλη συμφωνία, άλλα παραδείγματα ηθικά επιτρεπόμενης επιθετικότητας είναι πολύ πιο προβληματικά. Δηλαδή, η υπόθεση υπέρ υποδηλώνει ότι ορισμένες αμιγώς μη προκληθείσες βίαιες ενέργειες (φορολογία) μπορούν να ασκηθούν ενάντια σε εντελώς αθώους ανθρώπους. Η δικαιολόγηση τέτοιων περιπτώσεων καθαρά αρχικής βίας αντιμετωπίζει μια διπλή δυσκολία (Nagel 1991, σελ. 88). Αφενός, πρέπει να αιτιολογήσει τους λόγους για τους οποίους μπορεί να ξεκινήσει μια καθαρά βίαιη ενέργεια και, αφετέρου, να εξηγήσει γιατί ορισμένοι τύποι βίας μπορούν να δικαιολογηθούν, ενώ άλλοι δεν μπορούν (Nock 1928, σελ. 143). Όσον αφορά το πρώτο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, εάν μια αμιγώς βίαιη ενέργεια, όπως μια υποχρεωτική πληρωμή, μπορεί να δικαιολογηθεί, τότε, στην προκειμένη περίπτωση, το δικαίωμα της αυτοάμυνας (φοροδιαφυγή της αντίστοιχης υποχρεωτικής πληρωμής) δεν ισχύει πια, και ο δέκτης της επίθεσης δεν έχει άλλη εναλλακτική λύση από το να την ανεχτεί.

  • Ωστόσο, τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες είναι ηθικά επιτρεπτό να προκληθεί επιθετικότητα, όπως η φορολογία, υπόκεινται σε ατέρμονες συζητήσεις.
  •  Διαφορετικά, όσοι υποστηρίζουν ότι η μη προκληθείσα βία μπορεί να δικαιολογηθεί σε ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις, εξακολουθούν να διαφωνούν για την ακριβή φύση αυτών των συνθηκών (Williams 1987, σελ. 61).
  • Ως εκ τούτου, η ηθική αποδοχή της φοροδιαφυγής βασίζεται στην απόρριψη ενός συγκεκριμένου λόγου δικαιολόγησης της φορολογίας. Η κοινή διαίσθηση βλέπει τη συζήτηση για τη φοροδιαφυγή ως μάχη μεταξύ των υπερασπιστών και των επικριτών της κυβέρνησης.
  • Ωστόσο, μεταξύ των υποστηρικτών της φοροδιαφυγής, θα πρέπει να υπολογίζουμε, για λόγους συνεκτικότητας, όχι μόνο τους φιλελεύθερους συγγραφείς που επισημαίνουν την ανηθικότητα του κράτους, αλλά και όσους διαφωνούν με τους λόγους που δικαιολογούν μια συγκεκριμένη μορφή κυβέρνησης, ή μία δεδομένη πολιτική.

Εξετάστε την δικαιολόγηση μιας απρόσκλητης εισβολής στα όρια μιας ιδιοκτησίας. Το ερώτημα που τίθεται είναι: «γιατί η φορολογία είναι ηθικά επιτρεπτή, ενώ άλλοι τύποι ανάλογης βίας δεν είναι;» Δεν μπορεί κάποιος απλά να απαντήσει: «επειδή είναι νόμιμη» χωρίς να περιπέσει σε πλάνη petito principii.3 Η συζήτηση σχετικά με τη δεοντολογία της φοροδιαφυγής, δεν μπορεί να βασιστεί στην προκατειλημμένη προϋπόθεση ότι όλες οι νόμιμες ενέργειες είναι ταυτόχρονα δίκαιες. Πρέπει να υπάρχει δυνατότητα να αξιολογούνται οι νόμιμες πράξεις σε θετική βάση και να κηρύσσονται  τουλάχιστον μερικές από αυτές ως ανήθικες. Σε αντίθετη περίπτωση (δηλαδή αν το παράνομο ήταν εξ ορισμού και άδικο), δεν θα μπορούσε να υπάρξει συζήτηση σχετικά με τη δεοντολογία της φοροδιαφυγής. Η φοροδιαφυγή θα ήταν αναπόφευκτα άδικη, διότι, εξ ορισμού, θα ήταν παράνομη. Αυτό αποτελεί την πλάνη του δόγματος του νομικού θετικισμού: Οτιδήποτε αποφασίζει ο νομοθέτης ή ο βασιλιάς, είναι απαραιτήτως και δίκαιο.

  • Η νομιμότητα δεν συνεπάγεται ότι οποιαδήποτε πολιτική ρύθμιση που επιτυγχάνει την επιβολή του νόμου σε ένα δεδομένο τομέα είναι ipso facto δίκαιη (Groarke 2004).
  • Διαφορετικά, θα ήταν αδύνατο να κηρυχτούν ως άδικα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα ή οι θεσμοί της δουλείας, όταν είναι νόμιμα.
  • Σε αυτές τις κοινωνίες, θα ήταν οι εκπατρισμένοι, οι επαναστάτες ή οι αποσχιστές που θα φοροδιέφευγαν. Οι πράξεις τους θα ήταν δίκαιες.
  •  Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να σημειωθεί ότι, δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, η φοροδιαφυγή θα θεωρούνταν δίκαιη από τους περισσότερους από τους μελετητές που σήμερα αντιτίθενται σε αυτήν.
  • Η φύση της φορολογίας δεν επηρεάζεται από αυτούς που την απαιτούν ή από τους στόχους τους.
  • Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξηγηθεί με συνάφεια το διπλό πρότυπο για την ίδια κατάσταση.
  • Είτε είναι δίκαιος είτε άδικος, η φύση της φορολογίας δεν μπορεί να αλλάξει εξαρτώμενη από τον θεσμό που εισπράττει τους φόρους – είτε ο θεσμός είναι ολοκληρωτικός είτε δημοκρατικός (McGee 2004).

Ένα διαδεδομένο σκεπτικό (Nagel 1991, σελ. 75-91) συνίσταται στη σύνδεση της αδικίας της φοροδιαφυγής με τη νομιμότητα της αντίστοιχης πολιτικής συμφωνίας (Paul et al., 2006). Αυτό σημαίνει ότι θα ήταν ηθικά ανεπίτρεπτο να παραβούμε τους νόμους μιας νόμιμης κυβέρνησης και να φοροδιαφύγουμε. Η έμμεση προϋπόθεση αυτής της επιχειρηματολογίας, είναι ότι η νομιμότητα της κυβέρνησης δεν συμπίπτει απαραίτητα με τη βούληση των φορολογουμένων. Διαφορετικά, αν το concept της νομιμότητας ήταν εθελοντικό και αν εξαρτιόταν από τη βούληση των φορολογουμένων, τότε η κυβέρνηση θα ήταν μια απλή μορφή συνεργασίας (Simmons 1999) και ολόκληρη η συζήτηση για τη δεοντολογία της φοροδιαφυγής θα ήταν άσκοπη. Ως εκ τούτου, οι επικριτές της φοροδιαφυγής πρέπει να λάβουν υπόψη ότι αυτή η ιδέα της νομιμότητας, όποια και αν είναι, είναι κατ’ ανάγκη αποκλίνουσα από τη βούληση των φορολογουμένων. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι αυτό δεν επιλύει το αρχικό πρόβλημα.

Τώρα, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι: «Γιατί η φορολογία που επιβάλλεται από ένα συγκεκριμένο είδος κυβέρνησης είναι νόμιμη ενώ η φορολογία που επιβάλλεται από άλλο τύπο δεν είναι νόμιμη;» Ας υποθέσουμε ότι λαμβάνουμε μια αυθαίρετη απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Μπορεί να πιστεύουμε ότι μια κυβέρνηση είναι νόμιμη, αν εδραιωθεί μέσα σε ένα δημοκρατικό πολιτικό πλαίσιο (Buchanan 2002). Η φοροδιαφυγή, σε αυτή την περίπτωση, καθίσταται ηθικά επιτρεπτή στα μάτια όλων εκείνων που διαφωνούν με αυτή τη συγκεκριμένη αντίληψη περί νομιμότητας (Braithwaite 2003).

Οι μελετητές που ξεπερνούν τη δυσκολία δικαιολόγησης μιας απρόκλητης επιθετικότητας, πρέπει να ομολογήσουν, ότι η φοροδιαφυγή είναι ηθικά επιτρεπτή για όσους δεν είναι πεπεισμένοι για τη νομιμότητα μιας δεδομένης κυβέρνησης.

Επιπλέον, ο κύκλος των υποστηρικτών της «φοροδιαφυγής», πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερος από αυτό και θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τους αντιπάλους μιας δεδομένης κυβέρνησης ή μιας αναδιανεμητικής πολιτικής. Αυτή η ιδέα φαίνεται σαφέστερη όταν βλέπουμε τη φοροδιαφυγή ως παράνομη φορολογική περικοπή (McLaren 1998) και ως παράνομη μορφή αναδιανομής των πόρων (Porcano 1984).

  • Δεδομένου ότι η φύση της φορολογίας δεν επηρεάζεται από όσους την απαιτούν, ούτε από τους στόχους τους, οι αντίπαλοι της φοροδιαφυγής πρέπει να μπορούν να υποστηρίξουν γιατί η νόμιμη μείωση των φόρων και η νόμιμη αναδιανομή (που γίνονται από την κυβέρνηση) είναι ηθικά επιτρεπτές ενώ η παράνομη μείωση του φόρου και η παράνομη αναδιανομή (δηλαδή η φοροδιαφυγή) είναι ηθικά ανεπίτρεπτες.
  • Και πάλι, και για τους ίδιους προφανείς λόγους, η απάντηση: «επειδή η παράνομη περικοπή φόρου και η παράνομη αναδιανομή αποτελούν παρανομία» δεν μπορεί να θεωρηθεί συναφής απάντηση.
  • Αυτοί που φοροδιαφεύγουν, επέλεξαν να αναδιανείμουν τους πόρους που βρίσκονται στην κατοχή τους σύμφωνα με τους σκοπούς που θεωρούν πιο κατάλληλους και ιδιαίτερα πιο δίκαιους από αυτούς που επέλεξε η κυβέρνηση (Becker and Spicer 1980, Lundstedt και Spicer 1976).
  • Αυτό δείχνει ότι μεταξύ των υποστηρικτών της φοροδιαφυγής πρέπει επίσης να υπολογίζουμε και όλους τους αντιπάλους ενός συγκεκριμένου τύπου υποχρεωτικής αναδιανομής, που διαφωνούν με κάποιους συγκεκριμένους τύπους κρατιστικών αναδιανομών (Smith 2005).

Εάν ληφθούν υπόψη οι κίνδυνοι που οι φοροφυγάδες αναλαμβάνουν παραβιάζοντας τον νόμο προκειμένου να επιτύχουν έκπτωση φόρου και, σιωπηρώς, για να κατευθύνουν τους πόρους τους προς τους σκοπούς που αντιστοιχούν στις δικές τους προτιμήσεις και πρότυπα δικαιοσύνης, τότε η φοροδιαφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως ψήφος κατά της νομιμότητας του κράτους. Αντί να «ψηφίσει με τα πόδια του» (Hirschman 1970) – όπως ένας μετανάστης – ο φοροφυγάς επιλέγει μια πιο επικίνδυνη εναλλακτική λύση, να παραμείνει και να ψηφίσει κατά της κυβερνητικής νομιμότητας, παρακάμπτοντας τους φόρους.

Σε αντίθεση με μια βίαιη ανατροπή της κυβέρνησης, η φοροδιαφυγή είναι περισσότερο παρόμοια με τη μη βίαιη απόσχιση (Tucker 1884). Οι μελετητές που υποστηρίζουν ότι τα ειδικά δικαιώματα ή η αυτονομία πρέπει να χορηγούνται σε ορισμένες μειονότητες μιας χώρας (Moore 1998) πρέπει να θεωρούν τη φοροδιαφυγή ως προνομιακή μορφή απόσχισης λόγω των μη βίαιων χαρακτηριστικών της.

  • Ο Kymlicka (2007) υποστηρίζει ότι οι μειονότητες που έχουν θιγεί από βίαιη κατάληψη, πρέπει να έχουν το δικαίωμα αυτονομίας. Αλλά αυτή είναι η περίπτωση όλων των φοροφυγάδων.
  • Παρά την ποικιλομορφία τους και τις διάφορες δικαιολογίες και τους στόχους τους, όλοι αποδεικνύουν με τις δικές τους ενέργειες ότι προτιμούν να κυβερνιούνται από ένα διαφορετικό πολιτικό καθεστώς.
  • Εάν πιστεύουμε ότι είναι ηθικά επιτρεπτό για ορισμένες μειονότητες σε μια δεδομένη επικράτεια να αποφύγουν τη φορολογία και τελικά να αποχωρήσουν, γιατί το δικαίωμα αυτό να μην ισχύει για όλους;
  • Αυτό ισχύει ιδιαίτερα αν νομίζουμε ότι οι φοροφυγάδες μπορεί να αντιπροσωπεύουν μια συνεκτική και ομοιογενή ομάδα ατόμων που έχουν τον ίδιο στόχο: να μην πληρώνουν φόρους.

Συμπερασματικά σχόλια

Μια αυξανόμενη πλειοψηφία βλέπει τη φορολογία με την αληθινή της μορφή: καταναγκαστική και δυνητικά επιβλαβή για την ευημερία. Τα επιχειρήματα που βασίζονται σε εκτιμήσεις του μεγέθους της φορολογίας – δηλαδή, ότι οι φόροι βλάπτουν ξεκάθαρα, αλλά η ελάχιστη φορολόγηση θα είναι λιγότερο επιβλαβής και θα πρέπει συνεπώς να επιτραπεί – αποδεικνύεται ότι διαπράττουν λογικά σφάλματα. Κατά την αξιολόγηση των δεοντολογικών συνθηκών της φορολογίας, πρέπει να διατηρηθεί μια προσέγγιση «όλα ή τίποτα». Κάτι είναι είτε σωστό είτε λάθος.

Ομοίως, οι υποστηρικτές της φορολογίας που την θεωρούν νόμιμη λόγω του νομικού της καθεστώτος, εμπίπτουν στην πλάνη petitio principii. Δεν πρέπει να βασίζουμε μια ανάλυση περί δικαίου στην προϋπόθεση ότι όλες οι νόμιμες ενέργειες είναι δίκαιες. Η φορολογία δεν μπορεί, εξ ορισμού, να βασίζεται σε εθελοντικές αλληλεπιδράσεις. Παρόλο που η φορολογική πίστη βελτιώνεται όταν η φορολογία ευθυγραμμίζεται με τις καταναλωτικές προτιμήσεις, παραμένει το ερώτημα: «Αν η φορολογία εξυπηρετεί τις προτιμήσεις των καταναλωτών, γιατί οι καταναλωτές δεν πληρώνουν απλώς άμεσα τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω της φορολογίας;»

Η απάντηση είναι ότι η φορολογία είναι μια καταναγκαστική κανονιστική ρύθμιση, η οποία μεταβάλλει τις συνθήκες της ανταλλαγής και καταργεί τη σχέση μεταξύ πληρωμής και παραλαβής αγαθών και υπηρεσιών. Προκύπτουν στρεβλώσεις – τόσο στις αγορές αγαθών που αντιμετωπίζουν άμεση φορολόγηση όσο και στις χρηματικές αγορές που αντιμετωπίζουν έμμεση φορολογία (μέσω νομισματικού πληθωρισμού). Η φοροδιαφυγή αποτελεί μέθοδο υποκατάστασης των καταναγκαστικών παρεμβάσεων, από περισσότερο προτιμώμενες εθελοντικές συναλλαγές. Αν δεχθούμε ότι οι προτιμήσεις είναι καλύτερο να υποδεικνύονται εθελοντικά, προωθούμε τη σχετική βιβλιογραφία υποβάλλοντας μια προηγηθείσα αναπάντητη ερώτηση στους επικριτές της φοροδιαφυγής: Πώς θα κατανείμει η κοινωνία αποδοτικά τους σπάνιους πόρους της, υπό τις ψευδείς πληροφορίες προτιμήσεων που επιβάλει η φορολογία;

  • Η φοροδιαφυγή εξυπηρετεί δύο στόχους. Πρώτον, με την κατάργηση μιας καταναγκαστικής επιβολής στην την αγορά, αντικαθίσταται μια τεχνητή κατάσταση σχέσεων από μια πιο φυσική.
  • Οι ηθικές παραβάσεις που διαπράχθηκαν με την αρχική φορολογία αποκαθίστανται, τουλάχιστον στο ελάχιστο, με την φοροδιαφυγή. Δεύτερον, η οικονομική αποδοτικότητα αυξάνεται με την κατανομή των πόρων να είναι σύμφωνη με τις αποκαλυπτόμενες προτιμήσεις.
  • Καθώς η χρήση των φορολογικών εσόδων μπορεί να διατεθεί μόνο βάσει εικαζόμενων προτιμήσεων (όσο μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο), υποστηρίζουμε ότι η οικονομική αποδοτικότητα θα αυξηθεί πέρα ​​από τη συμβατική ανάλυση απώλειας αδρανούς φορτίου, καθώς η παραγωγή μπορεί να ευθυγραμμιστεί περισσότερο με τις προτιμήσεις των καταναλωτών.
  • Απούσης της απομάκρυνσης ή της μείωσης των φορολογικών επιπέδων, η φοροδιαφυγή επιτρέπει τουλάχιστον μια μερική αποκατάσταση των δικαιωμάτων του συνεταιρίζεσθαι, με επακόλουθες βελτιώσεις της ηθικής δικαιοσύνης καθώς και της οικονομικής αποδοτικότητας.

***