Alpha Bank: Πως επηρέασε η πανδημία τις ελληνικές εξαγωγές – Οι προσδοκίες για το 2020

Στο εβδομαδιαίο δελτίο της για την ελληνική οικονομία, η Alpha Bank εξετάζει το βαθμό στον οποίο τα περιοριστικά μέτρα για την εξάπλωση της πανδημίας επηρέασαν την παραγωγική δραστηριότητα και τη λειτουργία στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες των εξαγωγικών επιχειρήσεων, κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2020.

Οι εξαγωγές αγαθών έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για το εξωτερικό εμπόριο της χώρας μας, αφού αντιπροσωπεύουν περίπου το 45% των συνολικών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών και το 17,3% του ΑΕΠ το 2019, ενώ ο ρόλος τους θεωρείται καταλυτικός για την ανάκαμψη της Ελληνικής Οικονομίας από το επόμενο έτος.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, οι εξαγωγές των αγαθών παρουσίασαν έντονη μεταβλητότητα, λόγω της οικονομικής κρίσης και των διακυμάνσεων του όγκου του διεθνούς εμπορίου. Το 2017 και 2018, σε συνάρτηση με την ήπια ανάκαμψη της εγχώριας οικονομίας, σημείωσαν έντονα θετικούς, ετήσιους ρυθμούς μεταβολής (13,9% και 15,5% αντίστοιχα).

Το 2019, οι εξαγωγές αγαθών επέδειξαν ανθεκτικότητα (ετήσια αύξηση: +0,2%) στις τάσεις επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης, καθώς η Ελληνική Οικονομία διατήρησε το πλεονέκτημα της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας κόστους και τιμών, που σημειώθηκε την περίοδο μετά το 2010, αφενός μέσω της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης και αφετέρου μέσω των μεταρρυθμίσεων που ενίσχυσαν την ευελιξία στην αγορά εργασίας.

Η πορεία των εξαγωγών αγαθών το 2020, θα εξαρτηθεί από το βαθμό ανάκαμψης κατά το δεύτερο εξάμηνο, της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της οικονομίας της Ευρωζώνης, η οποία αποτελεί τη σημαντικότερη εξαγωγική αγορά για τα ελληνικά αγαθά.

αλφα1

Σημειώνεται ότι η εξάπλωση της πανδημίας αποτέλεσε ανασχετικό παράγοντα με αρνητικές επιπτώσεις στις εξαγωγές αγαθών, γεγονός που αποτυπώνεται, ήδη, στην οριακή, ετήσια υποχώρηση κατά το πρώτο τρίμηνο του 2020 (-0,6%), έναντι ήπιας αύξησης κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2019 (+1,0%).

Η κλιμάκωση της πανδημικής κρίσης, κατά τους πρώτους μήνες του 2020, η διάσπαση της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας και η επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου είχαν αρνητικό αντίκτυπο στο εξαγωγικό εμπόριο αγαθών της χώρας μας. Στο Γράφημα 2, απεικονίζονται οι 10 μεγαλύτερες αυξήσεις και οι 10 μεγαλύτερες μειώσεις ανά προϊόν, σύμφωνα με τα πρόσφατα απολογιστικά στοιχεία του συνόλου των εξαγωγικών επιχειρήσεων της ΕΛΣΤΑΤ, κατά τη χρονική περίοδο Ιανουαρίου – Μάϊου 2020, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Όπως φαίνεται, τα αρνητικά αποτελέσματα της μειωμένης εξωτερικής ζήτησης μετριάσθηκαν από τη χαμηλή εισοδηματική ελαστικότητα που χαρακτηρίζει τα κυριότερα εξαγόμενα προϊόντα, όπως τα φάρμακα και τα αγροτικά αγαθά (τρόφιμα, καπνά κλπ.). Αντιθέτως, η πανδημία είχε έντονη πτωτική επίδραση σε προϊόντα που συνιστούν σημαντικούς κρίκους των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων ή δεν είναι αγαθά πρώτης ανάγκης, όπως ορυκτά καύσιμα, βαμβάκι, σίδηρος και χάλυβας, μηχανές και συσκευές, ενδύματα, πλαστικές ύλες κλπ.

Στο Γράφημα 3, απεικονίζεται ο «χάρτης» των εξαγωγικών προορισμών των ελληνικών προϊόντων κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Μάϊου του 2020. Όπως φαίνεται, η παραδοσιακή διάρθρωση των εμπορικών μας εταίρων δεν μεταβλήθηκε, καθώς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Κύπρος, η Βουλγαρία, η Γαλλία κ.ά. κατατάσσονται στις πρώτες θέσεις σε όρους αξίας εξαγωγών. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στις ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές των εξαγωγών αγαθών, καθώς αυτές συμβαδίζουν, ως ένα βαθμό, με το μέγεθος του υγειονομικού πλήγματος και το συνεπαγόμενο βάθος της ύφεσης που κατέγραψαν οι επιμέρους χώρες, κατά το πρώτο πεντάμηνο.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας η οποία δέχθηκε σοβαρό οικονομικό πλήγμα (ΑΕΠ 1ου τριμήνου 2020: -5,5% και ΑΕΠ 2ου τριμήνου 2020: -17,3%, σε ετήσια βάση) και η οποία είναι ο πρώτος εξαγωγικός μας προορισμός. Η ετήσια πτώση των ελληνικών εξαγωγών αγαθών προς αυτή τη χώρα άγγιξε το 12% το πρώτο πεντάμηνο του 2020. Αντιθέτως, προς τη Γερμανία, η οποία κατέγραψε σχετικά μικρότερη συρρίκνωση του αντίστοιχου ΑΕΠ (ΑΕΠ 1ου τριμήνου 2020: -2,2% και ΑΕΠ 2ου τριμήνου 2020: -11,7%, σε ετήσια βάση), οι εξαγωγές μας σημείωσαν ετήσια αύξηση κατά 11,4%, ενώ, παραδόξως, εντυπωσιακή ήταν και η αντίστοιχη αύξηση προς τη Γαλλία (+28,6%), παρά το γεγονός ότι η υποχώρηση του ΑΕΠ της ήταν πολύ έντονη (ΑΕΠ 1ου τριμήνου 2020: -5,7% και ΑΕΠ 2ου τριμήνου 2020: -19,0%, σε ετήσια βάση).

αλφα2

Προσδοκίες των Επιχειρήσεων για την Πορεία των Εξαγωγών Αγαθών το 2020

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα (Απρίλιος-Μάιος 2020) που διεξήχθη από την ΕΛΣΤΑΤ, στο πλαίσιο της οποίας αντλήθηκαν στοιχεία από αντιπροσωπευτικό υποσύνολο των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων, η εκτίμηση για την ετήσια μεταβολή των εξαγωγών αγαθών το 2020 διαμορφώνεται σε +2%. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη που ουσιαστικά αντανακλά τις προσδοκίες των επιχειρήσεων για διατήρηση της ανθεκτικότητας των εξαγωγών και ήπια ανάκαμψή τους, εν μέσω της αναμενόμενης επιβράδυνσης του διεθνούς εμπορίου, υπολείπεται σημαντικά της πρώτης εκτίμησης της ίδιας έρευνας (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2020), η οποία είχε διαμορφωθεί σε +9%.

Σημειώνεται ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε συλλογικές προωθητικές ενέργειες εξαγωγών (εμπορικές εκθέσεις και επιχειρηματικές αποστολές στο εξωτερικό) και αποκρίθηκαν στον πρώτο κύκλο συλλογής της έρευνας διαμορφώθηκε σε 47%, ενώ το 53% δεν συμμετέχει σε ανάλογες προωθητικές ενέργειες. Τούτο, εν μέρει, αποτυπώνει τις περιορισμένες πρωτοβουλίες και δράσεις ενίσχυσης της εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων, αφού μόνο το ήμισυ εξ αυτών συμμετέχει σε εμπορικές εκθέσεις και επιχειρηματικές αποστολές στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, θα ήταν σκόπιμο η Πολιτεία να συνδράμει περαιτέρω σε τέτοιου είδους δράσεις, προκειμένου να ενισχυθεί η εξαγωγική δραστηριότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και να ανακτηθεί μεσοπρόθεσμα ένα μέρος της απώλειας σε όρους Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος.

αλφα3

Τραπεζικές Καταθέσεις Ιδιωτικού Τομέα

Τον Ιούνιο, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα παρουσίασαν ετήσια αύξηση κατά 8,4%, έναντι 9,4%, τον προηγούμενο μήνα και διαμορφώθηκαν σε Ευρώ 148,6 δισ. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, κυρίως, στην αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών κατά 6%, σε Ευρώ 119,3 δισ., καθώς αποτελούν το 80% των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, ενώ ανοδικά (+19,3%) κινήθηκαν και οι καταθέσεις των επιχειρήσεων, σε σύγκριση με τον Ιούνιο 2019. Η μηνιαία καθαρή ροή των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, τον Ιούνιο, ήταν θετική, ύψους Ευρώ 450 εκατ. περίπου και προήλθε, κυρίως, από την αύξηση των καταθέσεων των επιχειρήσεων κατά Ευρώ 400 εκατ. αλλά και από την αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών κατά Ευρώ 50 εκατ.

Η άνοδος των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, το τετράμηνο Μαρτίου-Ιουνίου, δηλαδή κατά τη διάρκεια της επιβολής των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας, ανήλθε συνολικά σε Ευρώ 6,4 δισ. (σύνολο μηνιαίων καθαρών ροών). Πρόκειται για μία συνέπεια της πανδημίας, η οποία παρατηρήθηκε όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το σύνολο των καταθέσεων της εγχώριας οικονομίας στο τραπεζικό σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει εκτός από τις καταθέσεις των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και τις καταθέσεις της Γενικής Κυβέρνησης, διαμορφώθηκε τον Ιούνιο σε Ευρώ 159,7 δισ. Οι καταθέσεις της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκαν σε Ευρώ 11,1 δισ.

Τραπεζική Χρηματοδότηση του Ιδιωτικού Τομέα

Το υπόλοιπο των χορηγήσεων προς τον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα Ευρώ 147,6 δισ., τον Ιούνιο, παρουσιάζοντας θετικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής (+0,4%). Από το σύνολο των πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα, το 49,7% αφορά επιχειρηματικά δάνεια, το 33,9% στεγαστικά δάνεια, το 10,6% καταναλωτικά και λοιπά δάνεια και το 5,8% δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις.

Συγκεκριμένα, το υπόλοιπο των χορηγήσεων προς τις επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στα Ευρώ 73,3 δισ., τον Ιούνιο (+3,7%, σε ετήσια βάση), εκ των οποίων τα Ευρώ 67 δισ. αποτελούν πιστώσεις προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (+3,8%, σε ετήσια βάση) και τα Ευρώ 6,3 δισ. πιστώσεις προς ασφαλιστικές επιχειρήσεις και λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (+2,7%, σε σύγκριση με τον Ιούνιο 2019).

Ως προς την ανάλυση ανά κλάδο δραστηριότητας, αύξηση σημειώθηκε στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων στους κλάδους της Βιομηχανίας, του Εμπορίου, των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Λοιπών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, του Τουρισμού, της Ενέργειας-Ύδρευσης, της Διαχείρισης Ακίνητης Περιουσίας, των Αποθηκεύσεων και Μεταφορών πλην Ναυτιλίας και της Γεωργίας. Αντίθετα, μείωση, σε ετήσια βάση, καταγράφηκε στις χορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις των Κατασκευών και της Ναυτιλίας.

Αναφορικά με τα δάνεια προς τα νοικοκυριά, το υπόλοιπό τους διαμορφώθηκε στα Ευρώ 66 δισ., σημειώνοντας ετήσια μείωση κατά 2,7%. Όσον αφορά στις επιμέρους κατηγορίες, τα στεγαστικά δάνεια, τα οποία αποτελούν το 76% του συνόλου των δανείων προς τα νοικοκυριά, μειώθηκαν κατά 3%, σε ετήσια βάση, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια υποχώρησαν κατά 1,7%.

Τέλος, οι πιστώσεις προς τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αγρότες και τις ατομικές επιχειρήσεις μειώθηκαν κατά 1,9%, τον Ιούνιο, σε ετήσια βάση.

Λιανικές πωλήσεις

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τον Μάιο 2020, ο γενικός δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο κατέγραψε πτώση, κατά 5,8%, σε ετήσια βάση, έναντι μείωσης κατά 2,2%, τον ίδιο μήνα του 2019. Χωρίς τα καύσιμα, ο σχετικός δείκτης μειώθηκε κατά 3,6% (Γράφημα 6). Συνολικά, τους πρώτους πέντε μήνες του 2020, ο γενικός δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο κατέγραψε ετήσια μείωση της τάξης του 5,0%, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης εκτός καυσίμων μειώθηκε κατά 3,1%, σε σύγκριση με το πρώτο πεντάμηνο του 2019. Στο διάστημα Ιανουαρίου-Μάϊου 2019, οι δύο δείκτες είχαν σημειώσει πτώση, σε ετήσια βάση, κατά 1,3% και 1,9%, αντίστοιχα. Σημειώνεται, ότι τον Απρίλιο του 2020 ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου σημείωσε πτώση της τάξεως του 24,6% σε ετήσια βάση.

Από τους επιμέρους κλάδους που συνθέτουν το δείκτη, κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου, αύξηση κατέγραψαν σε ετήσια βάση, οι πωλήσεις σε φαρμακευτικά είδη-καλλυντικά (+8,0%) και στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (+10,5%). Αντίθετα, μείωση των πωλήσεων, σε όρους όγκου, σημειώθηκε σε πολυκαταστήματα (-19,3%), τρόφιμα-ποτά-καπνό (-14,6%), έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακό εξοπλισμό (-9,5%), καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων (-11,2%), βιβλία-χαρτικά είδη (-11,2%), καθώς και στην ένδυση-υπόδηση (-29,8%).

αλφα4