Alpha Bank: Ανατομία της οικονομικής διαταραχής από την πανδημική κρίση

Πορεία ήπιας διόρθωσης διαγράφουν από τον Μάιο και έπειτα ορισμένοι δείκτες που εμφανίζουν υψηλή συσχέτιση με τις συνιστώσες του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της οικονομικής συγκυρίας, αναφέρει η Alpha Bank στο τελευταίο δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα.

Όπως επισημαίνει, “η πορεία των δεικτών οικονομικής συγκυρίας κατά τους θερινούς μήνες προσφέρει τις αρχικές ενδείξεις για την εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας στο τρίτο τρίμηνο.

Στο παρόν Δελτίο επιχειρούμε:

(α) μία σύγκριση ενός ευρέως φάσματος δεικτών οικονομικής δραστηριότητας, πριν και μετά το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζουμε το βαθμό επιστροφής τους στην τάση που επικρατούσε το διάστημα πριν από την πανδημία.

(β) μία συγκριτική ανάλυση της κατεύθυνσης και της ταχύτητας της άμεσης αντίδρασης ορισμένων εξ αυτών των δεικτών, στην περίπτωση του τρέχοντος πανδημικού φαινομένου. Συγκεκριμένα, εξετάζεται η πορεία των εν λόγω δεικτών, εντός του πρώτου εξαμήνου μετά το αρχικό shock και γίνεται σύγκριση με την πρόσφατη -υψηλής κλίμακας- διαταραχή των οικονομικών συνθηκών που έλαβε χώρα μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, τον Σεπτέμβριο 2008, δηλαδή με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην κρίση δανεισμού του ελληνικού δημοσίου ένα χρόνο μετά και οδήγησε στην παρατεταμένη οικονομική ύφεση της περασμένης δεκαετίας.

Τα κύρια συμπεράσματα έχουν ως ακολούθως:
-Πρώτον, η απασχόληση και το οικονομικό κλίμα απώλεσαν σημαντικό μέρος της δυναμικής που παρουσίασαν μέχρι τον Φεβρουάριο 2020.

-Δεύτερον, με εξαίρεση τον εισερχόμενο τουρισμό, η οικονομική δραστηριότητα – είτε σε όρους λιανικών πωλήσεων, είτε μεταποιητικής παραγωγής – επανήλθε σταδιακά στο μέσο επίπεδο της περασμένης τριετίας, χωρίς, όμως να επιστρέψει ακόμη στο επίπεδο του Φεβρουαρίου 2020.

-Τρίτον, η οικοδομική δραστηριότητα επιταχύνεται παρά την τρέχουσα οικονομική διαταραχή.

-Τέταρτον, η άμεση οικονομική διαταραχή που προκάλεσε το πανδημικό φαινόμενο είναι ισχυρότερη όσον αφορά στον αρχικό αντίκτυπο, συγκριτικά με την κατάρρευση της Lehman Brothers, κυρίως λόγω του lockdown, αλλά φαίνεται – με βάση τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία – να διακρίνεται από υψηλότερη ταχύτητα προσαρμογής (κυρίως λόγω της δυνατότητας άσκησης δημοσιονομικής επεκτατικής πολιτικής).

Ωστόσο, η συγκριτική ανάλυση των δεικτών οικονομικής συγκυρίας περιορίζεται εντός του πρώτου εξαμήνου αμέσως μετά τα ανωτέρω shocks και δεν δύναται να λάβει υπόψιν τις μακροχρόνιες επιπτώσεις και τις παράπλευρες απώλειες που γνωρίζουμε ότι υπήρξαν στην προηγούμενη οικονομική κρίση, προσδίδοντάς της μονιμότερα χαρακτηριστικά.

Σε περίπτωση που το χειμερινό πανδημικό κύμα οδηγήσει σε ισχυρά περιοριστικά μέτρα ξανά, ή σημειωθεί καθυστέρηση εμβολιασμού ενός κρίσιμου ποσοστού του πληθυσμού, είναι πολύ πιθανό, να παρατηρηθεί επιδείνωση, ή βραδύτερη προσαρμογή στους δείκτες οικονομικής συγκυρίας, κατά το δεύτερο εξάμηνο μετά την έναρξη του πανδημικού shock.

Το Γράφημα 1 αποτελεί μία συγκριτική απεικόνιση των επιπτώσεων της πανδημικής κρίσης σε επιλεγμένους, βραχυχρόνιους δείκτες οικονομικής συγκυρίας και στον πρόδρομο δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Το γράφημα περιλαμβάνει στοιχεία Φεβρουαρίου 2020 (μπλε γραμμή), δηλαδή πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, καθώς και τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (γαλάζια γραμμή, μηνιαία στοιχεία Ιουλίου, Αυγούστου, ή Σεπτεμβρίου, κατά περίπτωση). Επιπλέον, στο γράφημα απεικονίζεται ο μέσος όρος των ετών 2017-2019 (κόκκινη διακεκομμένη γραμμή), χρονική περίοδος κατά την οποία η ελληνική οικονομία σημείωσε ήπια ανάκαμψη. Ωστόσο, αυτή η ανάκαμψη ανακόπηκε τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, εξαιτίας της πανδημίας και των μέτρων περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας που ελήφθησαν, με σκοπό την αποτροπή της εξάπλωσής της. Στο γράφημα, το οποίο έχει τη μορφή του ιστού της αράχνης, παρουσιάζονται οι επιλεγμένοι δείκτες σε κλίμακα από το 0 έως το 1, όπου το 0 ισοδυναμεί με τη χειρότερη επίδοση της περιόδου 2017-2020 (σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα, μηνιαία στοιχεία) και ταυτίζεται με την εσωτερική γραμμή του ιστού και το 1, αντίστοιχα, με την καλύτερη επίδοση της εν λόγω περιόδου (εξωτερική γραμμή γραφήματος).

Όπως παρατηρείται στο γράφημα, για τις λιανικές πωλήσεις (εκτός καυσίμων και λιπαντικών), τη μεταποιητική παραγωγή (εποχικά διορθωμένα στοιχεία), αλλά και τις νέες άδειες επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, η επίδοση του Φεβρουαρίου 2020, ο μέσος όρος της τριετίας 2017-2019, αλλά και τα πιο πρόσφατα στοιχεία (Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου, αντίστοιχα) διαμορφώθηκαν σε παρόμοιο επίπεδο, παρά την έντονη πτώση που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια του lockdown. Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι τον Απρίλιο -μήνας κατά τον οποίο ήταν σε πλήρη εφαρμογή τα μέτρα περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας- οι λιανικές πωλήσεις σημείωσαν ετήσια πτώση, κατά 22%, η μεταποιητική παραγωγή, κατά 12% και οι άδειες νέων Ι.Χ. αυτοκινήτων, αντίστοιχα, κατά 83%. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι για τις λιανικές πωλήσεις και οι τρεις τιμές που παρουσιάζονται στο γράφημα, προσεγγίζουν την καλύτερη μηνιαία επίδοση της περιόδου Ιανουαρίου 2017 – Ιουλίου 2020.

Σε ποιο βαθμό, ωστόσο, οι λιανικές πωλήσεις, από το lockdown και μετά, έχουν επιστρέψει στην ανοδική τους πορεία, με το βηματισμό που ακολουθούσαν στις αρχές του 2020;

Στο Γράφημα 2 αποτυπώνουμε τον λόγο του δείκτη λιανικών πωλήσεων του Ιουλίου 2020, ως προς τον δείκτη του Φεβρουαρίου 2020 (πολλαπλασιασμένο με το 100), ανά κατηγορία κλάδων. Ο λόγος αυτός αντιπροσωπεύει ένα μέτρο “ανάκαμψης” των λιανικού εμπορίου, μετά την παρέλευση του lockdown.

Οι κατηγορίες κλάδων που ανέκαμψαν πλήρως και ταυτόχρονα κατέγραψαν άνοδο συγκριτικά με τον δείκτη του Φεβρουαρίου 2020 (λόγος ≥ 100) ήταν τα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακός εξοπλισμός, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα βιβλία-χαρτικά και η ένδυση-υπόδηση. Αντιθέτως, τα πολυκαταστήματα, τα μικρά καταστήματα τροφίμων, τα καύσιμα και τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (supermarkets), τον Ιούλιο ανέκτησαν ένα μόνο τμήμα των απωλειών τους σε όρους πωλήσεων, συγκριτικά με τον Φεβρουάριο (λόγος < 100). Ειδικά για τα supermarkets αξίζει να σημειωθεί, ότι τόσο τον Φεβρουάριο, όσο και τον Μάρτιο ο σχετικός δείκτης σημείωσε έντονη άνοδο (+11% και +23%, αντίστοιχα), η οποία οφείλεται στην πρόσκαιρη αλλαγή της αγοραστικής συμπεριφοράς των πολιτών, δηλαδή  στην αυξημένη κατανάλωση, με σκοπό τη δημιουργία αποθεμάτων εν όψει του lockdown (“panic buying effect”).

Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης, ο οποίος θεωρείται πρόδρομος δείκτης για την πορεία των λιανικών πωλήσεων, τον Σεπτέμβριο σημείωσε σημαντικά χαμηλότερη επίδοση σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο, προσεγγίζοντας το μέσο όρο της περιόδου 2017-2019. Σημειώνεται δε, ότι τον Φεβρουάριο ο εν λόγω δείκτης είχε σημειώσει την υψηλότερη τιμή της τελευταίας εικοσαετίας και στη συνέχεια επιδεινώθηκε σημαντικά, καθώς οι καταναλωτές παρουσιάστηκαν ιδιαίτερα απαισιόδοξοι, κυρίως στο τρίτο τρίμηνο του 2020, σχετικά με την οικονομική κατάσταση της χώρας, τους επόμενους 12 μήνες. Το γεγονός αυτό, ενδεχομένως συνδέεται και με τη σταδιακή αναζωπύρωση της πανδημίας του COVID-19, κατά τους τελευταίους μήνες.

Επιπλέον, η απασχόληση, ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού, ανήλθε τον Φεβρουάριο στο 84,4% του εργατικού δυναμικού, έναντι 80,6% κατά μέσο όρο την περίοδο της οικονομικής ανάκαμψης (2017-2019) και 83,2% τον Ιούλιο 2020. Τα πρόσφατα στοιχεία είναι μεν βελτιωμένα, σε σύγκριση με την τριετία 2017-2020, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι, από τον Μάρτιο, παρατηρείται το φαινόμενο της μετακίνησης ανέργων, προς τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό, καθώς, λόγω της πανδημίας COVID-19 και των επιπτώσεών της στην οικονομική δραστηριότητα, αρκετά άτομα που αναζητούσαν εργασία δήλωσαν ότι δεν είναι άμεσα διαθέσιμα να εργαστούν. Ως εκ τούτου, το εργατικό δυναμικό της χώρας είναι μειωμένο τον φετινό Ιούλιο κατά 95,9 χιλ. άτομα σε σύγκριση με τον αντίστοιχο περυσινό μήνα.

Από την άλλη πλευρά, όπως παρατηρείται στο Γράφημα 1, ο όγκος της οικοδομικής δραστηριότητας κατέγραψε έντονη άνοδο τον Ιούλιο 2020 (+17%, σε ετήσια βάση), με την εν λόγω μηνιαία επίδοση (2.226,5 χιλ. m3) να αποτελεί την υψηλότερη από τον Ιανουάριο 2017, ενώ συνολικά το πρώτο επτάμηνο του 2020 αυξήθηκε κατά 20,6%, σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2019. Συνεπώς, ο κλάδος της αγοράς ακινήτων φαίνεται ότι επέδειξε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με άλλους, κατά τη διάρκεια του lockdown.

Όπως απεικονίζεται στο Γράφημα 3, οι επενδύσεις σε ακίνητα διατήρησαν την ανοδική τους πορεία, καθώς κατέγραψαν αύξηση κατά 34,5%, σε ετήσια βάση, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, από 23,2% το πρώτο τρίμηνο και 17,6%, αντίστοιχα, το τέταρτο τρίμηνο του 2019.

Αναφορικά με το δείκτη τιμών οικιστικών ακινήτων, αν και ο ετήσιος ρυθμός αύξησής του επιβραδύνθηκε ελαφρώς, σε σύγκριση με τις υψηλές επιδόσεις του τρίτου (+8,2%) και τέταρτου (7,5%) τριμήνου του 2019, εντούτοις διατήρησε τη δυναμική του, καταγράφοντας ετήσια αύξηση κατά 4,1% το δεύτερο τρίμηνο του 2020.

Συγκριτική Ανάλυση της άμεσης αντίδρασης των Δεικτών Οικονομικής Δραστηριότητας και Κλίματος: Σεπτέμβριος 2008 και Τρέχουσα Πανδημική Κρίση

Η τρέχουσα κρίση και η επίπτωσή της στους βραχυχρόνιους και πρόδρομους οικονομικούς δείκτες, διαφέρει σημαντικά από την αντίστοιχη επίπτωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Η διαφορά της με την προηγούμενη κρίση έγκειται όχι μόνο ως προς τα χαρακτηριστικά της, ότι δηλαδή είναι πρωτίστως μία υγειονομική κρίση, αλλά και ως προς την πορεία που διέγραψαν οι εν λόγω δείκτες τους μήνες που ακολούθησαν, μετά από το ξέσπασμα της κρίσης.

Στα Γραφήματα 4.Α-4.Δ. απεικονίζονται οι μηνιαίες παρατηρήσεις επιλεγμένων δεικτών, οι οποίες συσχετίζονται με τις εν λόγω οικονομικές κρίσεις, δηλαδή: (α) με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε αμέσως μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, και (β) με την πρόσφατη πανδημική κρίση του COVID-19. Η χρονική περίοδος “t” είναι ο μήνας κατά τον οποίο ξεκίνησε η κάθε κρίση, δηλαδή ο Σεπτέμβριος 2008 για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και ο Μάρτιος 2020 για την πανδημική κρίση του COVID-19. Τα μεγέθη έχουν δεικτοποιηθεί, έτσι ώστε, σε κάθε περίπτωση, ο μήνας πριν το ξέσπασμα κάθε κρίσης (t-1) να ταυτίζεται με το 100, ενώ παρουσιάζεται η πορεία του κάθε δείκτη έως και έξι μήνες μετά (t+6).

Παρατηρώντας τα τέσσερα γραφήματα, συμπεραίνουμε ότι το βάθος της πτώσης των δεικτών τους πρώτους δύο μήνες μετά από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης, ήταν μεγαλύτερο απ’ ότι τους αντίστοιχους μήνες, στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Αυτό έχει άμεση σχέση με το γεγονός ότι την περίοδο Μαρτίου-Απριλίου 2020 εφαρμόστηκε αναστολή της παραγωγικής δραστηριότητας σε ένα μεγάλο τμήμα της οικονομίας, ενώ στην προηγούμενη κρίση δεν συνέβη κάτι παρόμοιο.

Επιπλέον, η ανάκαμψη των δεικτών την περίοδο Μαΐου-Ιουνίου 2020 ήταν εντονότερη, το οποίο εξηγείται από τις επιδράσεις βάσης (base effects), καθώς η πτώση του προηγούμενου διμήνου ήταν ραγδαία. Τον Ιούλιο ξεκίνησε η σταθεροποίηση των λιανικών πωλήσεων και της μεταποιητικής παραγωγής σε επίπεδα ελαφρώς χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του Φεβρουαρίου, εξέλιξη που αποδίδεται, σε σημαντικό βαθμό και στην υιοθέτηση των μέτρων στήριξης των εργαζομένων και των επιχειρήσεων που υιοθέτησε η Ελληνική Κυβέρνηση. Σημειώνεται ωστόσο, ότι αντίστοιχη τεχνική διόρθωση και σταθεροποίηση στα προ κρίσης επίπεδα, δεν έχει καταγραφεί ακόμη στους δείκτες οικονομικού κλίματος και καταναλωτικής εμπιστοσύνης, καθώς είχαν ξεκινήσει από σχετικά υψηλά επίπεδα τον Φεβρουάριο.

Συγκεκριμένα, ο ESI τον Φεβρουάριο ανήλθε σε 113,2 μονάδες (η υψηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27), ενώ τον Σεπτέμβριο διαμορφώθηκε σε 89,5 μονάδες. Αντίστοιχα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Φεβρουάριο 2020 ξεκίνησε από τις -4,8 μονάδες, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, την καλύτερη επίδοση από τον Ιούλιο του 2000 και διαμορφώθηκε στις -41 μονάδες, αντίστοιχα, τον Σεπτέμβριο 2020