18/9- Ο πειρασμός των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης (του Παναγιώτη Γκλαβίνη)

Ο πειρασμός των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης

  • Του Παναγιώτη Γκλαβίνη

Είναι μεγάλος πειρασμός για μια κυβέρνηση, ακόμα και την πιο φιλελεύθερη, να μη μοιράσει η ίδια τα κονδύλια που θέτει στη διάθεσή της ένας διεθνής οργανισμός για να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη στη χώρα της, παρακρατώντας μάλιστα κι ένα σημαντικό ποσό για δημόσια έργα ή για τον δημόσιο τομέα. Στις γραμμές που ακολουθούν, θα προσπαθήσουμε να πείσουμε την Ελληνική Κυβέρνηση γιατί –ακολουθώντας την ιδεολογία της– δεν πρέπει να υποκύψει στον πειρασμό αυτό.

Από μόνο το γεγονός ότι τα ποσά που διατίθενται είναι περιορισμένα, επιβάλλεται να χρησιμοποιηθούν στοχευμένα και πολλαπλασιαστικά, ώστε να γίνουν καταλύτες της αλλαγής μοντέλου ανάπτυξης, που όλοι συμφωνούμε ότι χρειαζόμαστε, αν και όλοι δεν συμφωνούμε σε ποιο μοντέλο θα πρέπει να μεταβούμε και πώς θα πετύχουμε κάτι τέτοιο με τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.

Α) Πού πρέπει να αξιοποιηθούν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης

Η αποβιομηχάνιση της χώρας και η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα, σε συνδυασμό με τη δημιουργία ενός μη ανταγωνιστικού τριτογενούς τομέα, είναι οι πραγματικές αιτίες που οδήγησαν την ελληνική οικονομία στην υπερχρέωση κι από ’κει στην κρίση. Η ενδιάμεση Έκθεση Πισσαρίδη ανέδειξε την ανάγκη επανεκβιομηχάνισης, που αποτελεί αίτημα και των άλλων αναπτυγμένων κρατών, αν και αυτά δεν έχουν αποβιομηχανοποιηθεί στον ίδιο βαθμό μ’ εμάς. (Φανταστείτε τί χαμένο έδαφος θα πρέπει κι εδώ να διανύσουμε, και μάλιστα σε περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων. Ήδη ο κύριος Tesla επέλεξε το… Βερολίνο!)

Το βιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης μεταφέρθηκε σταδιακά στην Ανατολή, καθό μέτρο η Δύση μετατρεπόταν σε οικονομία της γνώσης και των υπηρεσιών. Όμως, το μεταβιομηχανικό μοντέλο που το διαδέχτηκε, δεν αποδείχθηκε ικανό να προκαλέσει υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, την ίδια στιγμή που παρήγαγε χρέη με τα οποία χρηματοδοτούνταν τα ελλείμματα από την απώλεια ανταγωνιστικότητας που προκαλούσε. Πόσο παραγωγικότερος, αλήθεια, μπορεί να γίνεται διαρκώς κάποιος στις υπηρεσίες, ώστε να βελτιώνει το εισόδημά του και να ξεπληρώνει και τα αυξανόμενα χρέη του, σε σχέση με κάποιον άλλο που, χωρίς να βαρύνεται με τα ίδια χρέη, βάζει μπροστά μια μηχανή και παράγει προϊόντα, τα οποία αγοράζει όλος ο κόσμος; Από κάποια στιγμή και μετά, χρειάζεται κι αυτός να θέσει ξανά σε λειτουργία κάποιες γραμμές παραγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων, για να τα προωθήσει στη διεθνή αγορά ανακτώντας τα χαμένα του μερίδια στο εμπόριο των αγαθών.

Αποδεδειγμένα πλέον, οι υπηρεσίες και τα royalties δεν αρκούν από μόνα τους για να σου φέρουν την ανάπτυξη που επιθυμείς, διότι κι ο ανταγωνιστής σου απέναντι αναπτύσσει τη δική του τεχνολογία, όταν δεν μπορεί να σου την αγοράσει. Ή να σου την … κλέψει. Μπορεί εύλογα ο κ. Τραμπ να παραπονείται σήμερα ότι τον κλέβουν οι Κινέζοι. Οι αναπτυγμένοι να δείτε τί έχουν κλέψει απ’ τους αναπτυσσόμενους! Η Ιστορία δεν άρχισε χθες. Ούτε με το πέρας του Β’ ΠΠ, όταν τέθηκαν οι βάσεις του σύγχρονου διεθνούς οικονομικού συστήματος. Η μεταφορά τεχνολογίας από το Βορρά στο Νότο ήταν πάγιο αίτημα των αναπτυσσόμενων, ώστε να μειώσουν το χάσμα με τους αναπτυγμένους.

Σήμερα, ήρθε η ώρα της εκδίκησης των λιγότερο αναπτυγμένων. Μας πήρανε την παραγωγή, μας παίρνουν και την τεχνολογία, και μας αφήνουν ένα βουνό από χρέη, με τα οποία επιχειρούμε απεγνωσμένα να διασώσουμε το (άλλοτε διαρκώς αυξανόμενο) βιοτικό μας επίπεδο. Οι πιέσεις που δέχονται τα αναπτυγμένα κράτη τα τελευταία χρόνια, οφείλονται στην αλλαγή του μοντέλου με το οποίο αναπτύχθηκαν και έγιναν οι κυρίαρχοι του παιγνιδιού. Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα ανάμεσά τους που υπέκυψε στις πιέσεις αυτές. Θ’ ακολουθήσουν κι άλλες, που θα τοποθετηθούν μαζί μας σε χειρότερη θέση από αυτήν που κατέχουμε σήμερα στο νέο διεθνές οικονομικό σύστημα, που θα διαδεχθεί το υφιστάμενο.

Για να ξαναπάρουμε το παιγνίδι του ανταγωνισμού στα χέρια μας, θα πρέπει να κάνουμε μια νέα βιομηχανική επανάσταση, στηρίζοντας την επιχειρηματικότητα στο δευτερογενή τομέα, με έμφαση στις καθετοποιημένες επιχειρήσεις ή δραστηριότητες, που συνδυάζουν τη μεταποίηση με την πρωτογενή παραγωγή για την εξαγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων. Και δεν εννοούμε μόνο την αγροτική παραγωγή, αλλά και την εκμετάλλευση των λοιπών φυσικών μας πόρων, κυρίως δε του ορυκτού μας πλούτου.

Πλην όμως, βιομηχανία χωρίς βιομηχάνους δεν νοείται. Στην Ελλάδα, μπορεί το κράτος να είναι ο μεγάλος ασθενής, δεν είναι, όμως, ο μόνος. Δεν μπορούσε το κράτος να ασθενεί και δίπλα ο ιδιωτικός τομέας να χαίρει άκρας υγείας. Μολύνθηκε και αυτός, επειδή κατέστη σε μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτος. Η κατάρρευση του ΑΕΠ τα πρώτα χρόνια της βίαιης προσαρμογής υποδηλώνει έναν ιδιωτικό τομέα εξαρτημένο από τις δημόσιες δαπάνες. Ήδη, η νέα κρίση αποκάλυψε τα εξαιρετικά περιορισμένα όρια αντοχής του, δεδομένου ότι η ανθεκτικότητά του διαβρώθηκε την προηγούμενη δεκαετία, κατά την οποία ο (όποιος) παραγωγικός ιστός της χώρας αποσαρθρώθηκε.

Υπό τις συνθήκες αυτές, διαθέτουμε, άραγε, εθνικό επιχειρηματικό κεφάλαιο για να επενδύσει, και μάλιστα σε τομείς ικανούς να μεταβάλουν το αναπτυξιακό μοντέλο;

Αν θέλουμε πράγματι ν’ αλλάξουμε το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας χρησιμοποιώντας τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης ως καταλύτη, θα πρέπει ν’ αρχίσουμε από τον τρόπο με τον οποίο θα διαθέσουμε τα κονδύλια αυτά.

Β) Πώς πρέπει να αξιοποιηθούν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης

Τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της επιχειρηματικότητας μάς δείχνουν πώς πρέπει να αξιοποιηθούν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Επιχειρηματίας είναι αυτός που επενδύει δικά του λεφτά, αναλαμβάνοντας και τους κινδύνους της επένδυσής του.

Αυτά τα δυο στοιχεία θα πρέπει να ενισχύσει η Κυβέρνηση, ώστε να ενθαρρύνει επενδύσεις που θα λειτουργήσουν ως καταλύτες για την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου, πολλαπλασιάζοντας, από τη μια μεριά, τα κεφάλαια που θα μπορούσαν να επενδυθούν στους τομείς προτεραιότητας και περιορίζοντας, από την άλλη, τους κινδύνους με τους οποίους αυτά έρχονται αντιμέτωπα όταν επενδύονται στη χώρα μας.

α) Συγχρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων

Για την ενίσχυση της υλοποίησης επενδυτικών σχεδίων στους τομείς προτεραιότητας, θα πρέπει να εφαρμοστεί το μοντέλο του Ταμείου Υποδομών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΦΕΚ Β’ 4159/2017), το οποίο διαδέχτηκε το Ταμείο Κεφαλαίου JESSICA (ΦΕΚ Β’ 1388/2010).

Τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης πρέπει να χορηγούνται στις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες θα τα δανειοδοτούν σε ιδιώτες επενδυτές για την υλοποίηση επιλέξιμων επενδυτικών σχεδίων. Ακόμη κι αν πρόκειται για επιδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, τα λεφτά θα πρέπει να καταλήγουν στον επενδυτή ως χαμηλότοκο δάνειο, το οποίο θα πρέπει αυτός να αποπληρώσει, ώστε, επιστρέφοντας στο κράτος, τα λεφτά αυτά να μπορούν να ανακυκλώνονται μέσω νέων χρηματοδοτήσεων. Πλην όμως, η τράπεζα που θα δανείσει λεφτά του Ταμείου Ανάκαμψης, θα πρέπει (μέχρις ένα ποσοστό προκαθορισμένο και όχι απαραίτητα ίδιο για όλους τους τομείς προτεραιότητας) να συμπληρώσει την χρηματοδότηση της επένδυσης δανείζοντας και δικά της λεφτά, τα οποία, προστιθέμενα στα ίδια κεφάλαια του επενδυτή (πάλι σε προκαθορισμένο και μεταβαλλόμενο ανάλογα με τον τομέα ποσοστό), θα πρέπει να καλύπτουν το κόστος υλοποίησης της επένδυσης.

Τις αποφάσεις, λοιπόν, θα πρέπει να τις λαμβάνουν οι τράπεζες με τους επενδυτές, που θα δανείζουν ή θα επενδύουν και δικά τους λεφτά, αντίστοιχα. Οποιεσδήποτε τράπεζες κι όχι μόνον οι ελληνικές. Διότι, σε μια ελεύθερη και ανοικτή οικονομία, όταν δεν διαθέτεις εθνικό επιχειρηματικό κεφάλαιο, το εισάγεις. Από ’κει και πέρα, το κράτος θα πρέπει να αναθέσει σε μια εθνική αρχή, όπως ενδεχομένως στην Αναπτυξιακή Τράπεζα, την αρμοδιότητα να διαχειριστεί τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Δικαιούχοι της ευνοϊκής χρηματοδότησης θα πρέπει να μπορούν να είναι όχι μόνο τράπεζες, αλλά και επενδυτικές εταιρίες ή άλλοι χρηματοδοτικοί φορείς, του εσωτερικού ή του εξωτερικού.

β) Ασφάλιση επενδυτικών κινδύνων

Η ζημιά που έχει γίνει τις τελευταίες δεκαετίες στην εικόνα της Ελλάδος ως χώρας υποδοχής ξένων άμεσων επενδύσεων είναι τόσο μεγάλη, που καμιά βελτίωση της λειτουργίας των θεσμών, της διοίκησης και της δικαιοσύνης δεν αρκεί για να την αποκαταστήσει. Αυτό που λέμε “γραφειοκρατία” και ισχυριζόμαστε ότι ευθύνεται γιατί δεν έρχονται ξένες επενδύσεις στη χώρα, είναι αποπροσανατολιστικό. Η γραφειοκρατία δεν είναι τίποτ’ άλλο από το εργαλείο εκείνο, με το οποίο τα μικρά και μεγάλα εγκατεστημένα συμφέροντα, που βρίσκονται παντού στη χώρα, δεν επιτρέπουν σε νεοεισερχόμενους ν’ αναπτύξουν επιχειρηματική δραστηριότητα που θ’ αλλάξει τα δεδομένα, με τα οποία βολεύονται χρόνια τώρα.

Γι’ αυτό η Ελλάδα χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τους παραδοσιακούς μηχανισμούς αποκατάστασης της εμπιστοσύνης της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας, τους οποίους χρησιμοποιούν τα αναπτυσσόμενα κράτη για να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις. Και είναι ευκαιρία να το κάνει, τώρα που η Ε.Ε. έχει χαλαρώσει τις απαιτήσεις της από την εφαρμογή του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων.

Με τις επιδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, η Ελλάδα χρειάζεται να συστήσει ένα ή περισσότερα trust funds, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν οργανισμοί ασφάλισης πολιτικού κινδύνου για να ασφαλίσουν ξένους επενδυτές που προτίθενται να επενδύσουν στη χώρα. Όταν, για παράδειγμα, ένας επενδυτής ασφαλίσει την επένδυσή του από τον κίνδυνο του breach of contract και το Ελληνικό Δημόσιο παραβιάσει ουσιώδη όρο της επενδυτικής σύμβασης που θα έχει συνάψει μαζί του, τότε ο επενδυτής αυτός θα μπορεί να αποζημιωθεί από τα κονδύλια του trust fund που θα έχει συστήσει η χώρα.

Η σύναψη μιας επενδυτικής συμφωνίας με τον ξένο επενδυτή, σε συνδυασμό με την ασφάλιση της επένδυσης από τον κίνδυνο αθέτησης της συμφωνίας αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, είναι το κλειδί για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας στην Ελλάδα. Βασική υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου σε μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να είναι η έκδοση των πάσης φύσεως αδειών για την εγκατάσταση και τη λειτουργία της επένδυσης ή η παγιοποίηση του θεσμικού καθεστώτος υπό το οποίο αυτή πραγματοποιήθηκε. Σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων αυτών, η διαφορά θα πρέπει να παραπέμπεται σε διεθνή διαιτησία, και όχι στα εθνικά δικαστήρια. Με την έκδοση δε της διαιτητικής απόφασης, ο ξένος επενδυτής θα μπορεί να αποζημιώνεται από τον ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο θα έχει ασφαλίσει την επένδυσή του.

Επίλογος

Τα μέτρα αυτά μπορεί να χαρακτηριστούν ως νεοφιλελεύθερα σε μια περίοδο που και οι φιλελεύθερες κυβερνήσεις εφαρμόζουν κεϋνσιανές πολιτικές. Στην Ελλάδα δοκιμάσαμε τον κρατισμό σε όλες τις εκφάνσεις του. Κι ενώ καταστραφήκαμε απ’ αυτόν, καταγγέλλουμε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ποτέ δεν εφαρμόσαμε. Ό,τι και να κάνει δε η Κυβέρνηση αυτή, για νεοφιλελευθερισμό θα κατηγορηθεί. Ας κατηγορηθεί και για μια φορά δικαίως…

* Ο κ. Γκλαβίνης είναι Καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

ΠΗΓΗ: capital.gr