140 ΕΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ – 34ο Η φορολόγηση των Θεσσαλών (Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα)

140 ΕΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

34ο Η φορολόγηση των Θεσσαλών

Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

Οι Οθωμανοί, για να ελέγξουν και να διοικήσουν αποτελεσματικά τους υπηκόους του κράτους τους, ανέπτυξαν ένα σύστημα καταγραφής των οικονομικών δραστηριοτήτων των υποδούλων, βασιζόμενο στα δημογραφικά στοιχεία κάθε επαρχίας της αχανούς αυτοκρατορίας τους. Έτσι η φορολόγηση των υποδούλων αποτέλεσε ένα πολύτιμο στοιχείο για τα οικονομικά της Πύλης.
  • Τα νοικοκυριά (hane) αποτελούσαν τη στοιχειώδη μονάδα, στη βάση της οποίας ορίζονταν οι οικονομικές σχέσεις των υπηκόων, άρα και η φορολόγηση από την κεντρική εξουσία. Οι υποχρεώσεις των ραγιάδων ήταν γραμμένες στα φορολογικά κατάστιχα (tahrir defteri), στα οποία αναγράφονταν το ποσό των φόρων που αναλογούσε στους κατοίκους κάθε επαρχίας. Αυτά τα τεφτέρια παρέχουν πληροφορίες για τα είδη των καλλιεργειών, την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, τις άλλες ασχολίες των κατοίκων, τους φοροεισπράχτορες, κ.α.
Ο πιο γνωστός φόρος που αναγκάζονταν να πληρώνουν οι κάτοικοι, ήταν ο κεφαλικός φόρος  ή χαράτσι 1  (harac). Αυτός ο φόρος, που προβλεπόταν από νόμους του Ισλάμ, είχε την έννοια της εξαγοράς από τους Οθωμανούς της θρησκευτικής ταυτότητας και της ελεύθερης λατρείας των χριστιανών της αυτοκρατορίας. Έτσι με τον κεφαλικό φόρο το κράτος ήταν “υποχρεωμένο” να … προστατεύει τους Χριστιανούς υπηκόους του. Το ύψος του φόρου ήταν ανάλογο του αριθμού των μελών της κάθε οικογένειας. Οι γυναίκες, οι χήρες, οι ανάπηροι και κάποια μοναστήρια εξαιρούνταν από τον φόρο αυτό. Απαλλαγή του κεφαλικού φόρου είχαν και οι αρματολοί (Ολύμπου, Χασίων, Πίνδου) καθώς και οι δερβεν-αγάδες, οι φύλακες δηλαδή των ορεινών περασμάτων, που ήταν συνήθως Βλάχοι2 ή και Αρβανίτες.
  • Οι ραγιάδες όμως είχαν να αντιμετωπίσουν και άλλους φόρους, κυρίως τοπικούς, που τους επέβαλλαν οι κατά τόπους εκπρόσωποι του σουλτάνου. Έτσι υπήρχε ο φόρος των δερβενίων, των περασμάτων δηλαδή, και των γεφυρών (κάτι σαν τα διόδια) τον οποίων πλήρωναν όσοι περνούσαν, κυρίως πραματευτάδες ή κυρατζήδες, από τα περάσματα των ορεινών περιοχών. Για παράδειγμα στις εισόδους προς τη Μακεδονία (Τέμπη, Πέτρα, Βολούσταινα ή Σαραντάπορο, κ.α.) και τη Στερεά ή την Ήπειρο. Φόρο επίσης πλήρωναν οι μικροπωλητές στα πανηγύρια, όλοι οι κάτοικοι για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, για την οργάνωση του στρατού και για διάφορες κρατικές υπηρεσίες3. Αυτοί όμως οι τελευταίοι φόροι βάρυναν εξ ίσου Μουσουλμάνους και Χριστιανούς κατοίκους και πληρώνονταν είτε σε χρήμα είτε σε είδος είτε με προσωπική εργασία (αγγαρεία).
Μετά τους πρώτους δύο αιώνες της Τουρκοκρατίας, μεγάλες ομάδες κρατικών προσόδων (φόρων) επενοικιάζονταν από την κεντρική οθωμανική διοίκηση σε ιδιώτες4, οι οποίοι, πολλές φορές, φέρονταν άδικα στους ραγιάδες για να κερδίσουν περισσότερα, προς ίδιον φυσικά όφελος. Αρκετές φορές οι Χριστιανοί φορολογούμενοι έφταναν ως την Πόλη για να παραπονεθούν για αδικίες αυτών των φοροενοικιαστών (δες το παράδειγμα των Αγίων Σταματίου και Αποστόλου από το Πήλιο), βρίσκοντας όμως σπάνια το δίκιο τους. Μάλιστα από το 18ο αιώνα και μετά η κεντρική εξουσία έπαψε να ελέγχει, έστω και στοιχειωδώς, τέτοιες περιπτώσεις αδικιών με αποτέλεσμα οι καρπωτές των φόρων να γίνονται διαρκώς όλο και πιο ισχυροί, ιδιαίτερα μάλιστα σε πλούσιες επαρχίες, όπως στη Θεσσαλία. Τους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας η γραφειοκρατικοί μηχανισμοί του σουλτάνου επέβαλαν νέους φόρους κυρίως στις αγροτικές περιοχές.
  • Αυτά τα νέα φορολογικά μέτρα έφεραν δυσάρεστες αλλαγές στη ζωή των κατοίκων οδηγώντας τους στην εξαθλίωση και τη φτώχεια. Το παράδειγμα της Θεσσαλίας είναι χαρακτηριστικό, κυρίως κατά την περίοδο της παντοκρατορίας του Αλή πασά και των γιων του (1790-1820). Σιγά – σιγά οι περισσότερες εκτάσεις έπεφταν στα χέρια τοπικών αξιωματούχων και οι Χριστιανοί μικροϊδιοκτήτες γης μετατρέπονταν σε κολίγους, χωρίς δικαιώματα στην παλιά τους περιουσία, έχοντας μόνο μικρά μερίδια από την αγροτική παραγωγή, ως “αμοιβή” για τη σκληρή τους εργασία. Αυτή η κατάσταση δεν άγγιξε τις ορεινές θεσσαλικές περιοχές που δεν είχαν άμεση σχέση με την αγροτική γη, μιας και οι κύριες ασχολίες των κατοίκων τους ήταν η βιοτεχνία, το εμπόριο και η κτηνοτροφία.
Η φορολόγηση των κατοίκων των αστικών κέντρων ήταν διαφορετική. Δεν πλήρωναν τη “δεκάτη”, δηλαδή την παραχώρηση μέρους της παραγωγής στους στους τσιφλικάδες, αλλά βαρύνονταν με άλλες μορφές φορολόγησης ανάλογα με την εργασία τους ανά συνάφι (εσνάφι5). Ακόμα πλήρωναν φόρους για την κατασκευή δημοσίων έργων, για πολεμικούς σκοπούς, κ.α. Όταν κάποιος εγκατέλειπε την αγροτική γη του και εγκαθίστατο στην πόλη πλήρωνε πρόστιμο. Ας δούμε το παράδειγμα της φορολόγησης κάποιων θεσσαλικών πόλεων στις αρχές του 16ου αιώνα.
  • Στην Καρδίτσα για παράδειγμα το 16ο αιώνα δεν πληρώνονταν η “δεκάτη” των δημητριακών, αλλά η φορολόγηση ήταν ανάλογη των κτημάτων που είχε, και των προϊόντων που παρήγαγε η κάθε οικογένεια. Ολόκληρος ο οικισμός πλήρωνε το 1506 23 άσπρα για κάθε οικογένεια, το σύνολο 823 άσπρα6. Η Καρδίτσα πλήρωνε 100 άσπρα για τα κηπευτικά και τ΄ αμπέλια, 30 για τα μελίσσια, 50 για τα πρόβατα, 10 για τους χοίρους, 50 για το φόρο γάμων (!), 249 για τον τιμαριούχο της περιοχής (τσιφλικά), 25 για κάθε οικογένεια, 6 για κάθε οικογένεια που είχε αρχηγό γυναίκα (χήρα) και 334 άσπρα για την αγγαρεία (που άλλως θα την έκαναν χειρωνακτικά).
Στα Τρίκαλα, που πλήρωναν τη “δεκάτη”, φορολογούνταν και με ένα επιπλέον ποσό της τάξης του τρία τοις εκατό (salariye) για τα δημητριακά που παρήγαγαν οι κάτοικοι7. Στους τοπικούς κανονισμούς φορολόγησης (kanun-names), αναφέρονται και τα μέτρα βάρους των Οθωμανών. Η βασική μονάδα μέτρησης του βάρους, βάσει του οποίου φορολογούνταν οι κάτοικοι ήταν το κοιλό των Τρικάλων που ισοδυναμούσε με 64,14 σημερινά κιλά, σε αντίθεση με το κοιλό της Κων/λης που ζύγιζε 25,656 κιλά. Ο φόρος που πλήρωσαν οι κάτοικοι των Τρικάλων το 1506 ήταν 60 κοιλά σιτάρι, 50 κοιλά κεχρί, 10 κοιλά όσπρια, 60 κοιλά κριθάρι, 8 κοιλά σίκαλη και 14 κοιλά βρώμη, μια ποσότητα που με τα σημερινά δεδομένα είναι συνολικά πάνω από δύο τόνους.
  • Το σύστημα των τιμαρίων ή τσιφλικιών ήταν μια μακρά παράδοση στο Οθωμανικό κράτος. Οι πρώτοι Τούρκοι οι Τουρκομάνοι έποικοι της Θεσσαλίας είχαν αποτελέσει στρατιώτες του Τουρχάν μπέη και εν συνεχεία πήραν ως αμοιβή αγροτικά μερίδια γης στην Ανατολική κυρίως πεδινή Θεσσαλία. Οι νέοι ιδιοκτήτες γης μαζί με τους παλαιούς κτηματίες, που είχαν εν τω μεταξύ οι περισσότεροι εκούσια εξισλαμισθεί απετέλεσαν τη νέα άρχουσα τάξη στην περιοχή. Οι απλοί χωρικοί έγιναν εργάτες γης στα νέα αφεντικά τους και δεν είχαν δικαίωμα να απομακρυνθούν από τον τόπο εργασίας τους. Αν παρ’ όλα αυτά αποχωρούσαν, είτε για τα ορεινά είτα για άλλη περιοχή, τότε οι ίδιοι πλήρωναν υψηλά πρόστιμα και τα οικονομικά βάρη του αγρότη που έφευγε έπρεπε να τα επωμισθούν οι συγχωριανοί του.
Η φορολόγηση των κολίγων γινόταν από τους ίδιους τους τιμαριώτες (τσιφλικάδες). Όταν άρχισε η παρακμή του οθωμανικού κράτους, από τα μέσα του 17ου αιώνα, ξεκίνησε η ενίσχυση της δύναμης των τοπικών αρχόντων, που κατέληξαν να είναι ιδιοκτήτες και κληρονόμοι μεγάλων αγροτικών εκτάσεων, των τσιφλικιών, με αρνητικές συνέπειες για τους χωρικούς.
  • Οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης ασκούσαν καταπιεστική εξουσία στους χωρικούς, από τους οποίους απαιτούσαν όλο και περισσότερες αγγαρείες και όλο και περισσότερες εισφορές. Αυτό, όπως είναι φυσικό, οδήγησε τους αγροτικούς πληθυσμούς της υπαίθρου (π.χ. τους Καραγκούνηδες) σε πλήρη εξαθλίωση. Πολλοί απ’ αυτούς, αναγκαστικά, ψάχνοντας για καλύτερες συνθήκες ζωής, άρχισαν να συγκεντρώνονται στις περιφέρειες των αστικών θεσσαλικών κέντρων.

Η φορολόγηση στη Θεσσαλία τον 19ο αιώνα: Με τις μεταρρυθμίσεις του Χάτι Σερίφ(1839), προστέθηκε ένας νέος φόρος στη Θεσσαλία, ο τεμετού βεργκιού ή φόρος επιτηδεύματος. Αυτό αφορούσε στην περιουσία και τις εμπορικές συναλλαγές οποιουδήποτε εμπόρου που διέμενε για ένα τουλάχιστον εξάμηνο σε κάποια κοινότητα της Θεσσαλίας. Αυτό κυμαινόταν κατά τόπους από 10 ως 25 τοις εκατό. ΠΑΡΑΘΕΜΑ 1.: Παραθέτουμε εδώ έναν χρήσιμο πίνακα που δείχνει τους ετήσιους φόρους που πλήρωνε η Θεσσαλία στην κεντρική κυβέρνηση την περίοδο 1840-1854.

Δεκάτη

46000

Λίρες Τουρκ.
Προβατοδέκατο

34000

Κεφαλίατικο

45000

Δάμκας (για τα προϊόντα πανηγυριών)

18000

Ταμπάκου τέλος

2000

Αλυκών τέλος

5000

Φωτιάτικος Χριστ. – Εβρ.

49800

Φωτιάτικα Οθωμανών

2900

Τέλος αβδελλών (;)

1500

Τέλη Νομείων

10300

Καπνοτελωνείον

5000

Μεταξιάτικα

5000

Γενικό σύνολο φόρου

224500

Πηγή: Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, “Προμηθεύς” περιοδικό, εκδ. 1891, σ. 279.

  • Με τον άλλον προοδευτικό νόμο των Οθωμανών (Χάτι Χουμαγιούν-1856), οι χριστιανοί αποκτούσαν το δικαίωμα στρατεύσεως στον οθωμανικό στρατό και κατά συνέπεια απαλλάσσονταν από τον κεφαλικό φόρο (κεφαλιάτικα). Όμως, επειδή η ανάγκη για έσοδα ήταν επιτακτική, ο καταργημένος φόρος αντικαταστάθηκε με τον στρατιωτικό φόρο ή “bedel – i – askari”.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι μεγάλη αναστάτωση προκλήθηκε μεταξύ των καλλιεργητών καπνού της Θεσσαλίας το 1860 και το 1862, λόγω της υπέρμετρης αύξησης της φορολόγησης αυτού του αγροτικού προϊόντος που είχε βαρύνουσα σημασία για την τοπική οικονομία στα Φάρσαλα, την Καρδίτσα, την Ελασσόνα, το Μικρό και το Μεγάλο Κεσερλί και αλλού.

  • Ο Έλληνας πρόξενος της Λάρισας την εποχή εκείνη αναφέρει πως, ενώ η εμπορική αξία του θεσσαλικού καπνού ήταν 5-15 γρόσια η οκά, η αύξηση του φόρου ορίστηκε σε 10 λεπτά ανά οκά, χωρίς να αυξηθεί αντίστοιχα η φορολογία στον εισαγόμενο καπνό, με αποτέλεσμα να κερδίζουν οι έμποροι και οι εισαγωγείς εις βάρος των τοπικών κοινωνιών που ήταν καλλιεργητές.

Έτσι πολλές αγροτικές οικογένειες μικροϊδιοκτητών αναγκάζονταν να αλλάζουν καλλιέργειες, κυρίως την τελευταία δεκαετία πριν την ενσωμάτωση στην Ελλάδα, δημιουργώντας οικονομικά ανοίγματα, τα οποία προσπαθούσαν να καλύψουν με δάνεια τα οποία παίρναν από πλούσιους Οθωμανούς ή και Εβραίους, συχνά όμως με τοκογλυφικά επιτόκια.

ΠΑΡΑΘΕΜΑ 2.: Μέτρα και σταθμά κατά την Οθωμανική περίοδο στη Θεσσαλία

α΄ Βάρους

ένα καρακοιλό8=144 οκάδες ή 2 μόδια ή 8 λιτσέκια ή 16 βιδούρες.

ένα μόδι=72 οκάδες ή 4 λιτσέκια ή 8 βιδούρες

ένα λιτσέκι=18 οκάδες ή 2 βιδούρες

μία βιδούρα=9 οκάδες

μία οκά (1,280 κιλά)=400 δράμια

β΄ Μήκους

1 endizia (ή 1 πήχυς, δηλ. 0,64 μ.) έχει 8 ρούπια

1 ρούπι (0,08μ.)

γ΄ Νόμισμα

1 πουγκί=500 γρόσια

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Η λέξη αυτή, συνηθισμένη και στην εποχή μας, έχει καταλήξει να σημαίνει το δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος (άχθος) μιας σκληρής φορολογικής πολιτικής.

2. Οι Βλάχοι, ως λαός, ήταν εξασκημένοι σ’ αυτή την εργασία, της οροφυλακής, από την περίοδο της Ρωμαϊκής κατάκτησης. Δες σχετ. Κ. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, Γ΄ τόμος.

4. Όπως ακριβώς έκανε η κεντρική ρωμαϊκή διοίκηση με τη φορολόγηση των επαρχιών με τους λεγόμενους τελώνες (δες Καινή Διαθήκη).

5. Τα εσνάφια ήταν οι επαγγελμάτικές οργανώσεις των υποδούλων. Στη Λάρισα για παράδειγμα υπήρχαν τα εσνάφια των σχοινάδων, των πεταλωτήδων, των γανωματήδων, των εμπόρων υφασμάτων, κ.α.

6. Machiel Kiel, μτφρ. Αλ. Γαλανούλης, “Η εμφάνιση και η πρώιμη Ιστορία της Καρδίτσας σύμφωνα με οθωμ πηγές”, Θ. Η. 53 (Λάρισα 2008), σ.68. (Βασισμένο σε οθωμ. κατάστιχα φορολόγησης των ετών1455, 1506.

7. Machiel Kiel, μτφρ. Αλ. Γαλανούλης, , ό. π., σ.71.

8. το κοιλό των Τρικάλων όμως ισοδυναμούσε με 64,14 σημερινά κιλά , σε αντίθεση με το κοιλό της Κων/λης που ζύγιζε 25,656 κιλά ή 20 οκάδες.

ΛΕΖΑΝΤΑ: ΔΟΜΟΚΟΣ, ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΗ [1865 περίπου, από Ιστ. του Ελληνικού Έθνους]