140 ΕΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ(32) – Η Θεσσαλία επισήμως ελεύθερη- Η συνθήκη ενσωμάτωσης της

140  ΕΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ  32ο  Η Θεσσαλία επισήμως ελεύθερη

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου δάσκαλο, συγγραφέα

Οι πρώτες συζητήσεις για την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος: Μετά το συνέδριο του Βερολίνου έμεινε σε εκκρεμότητα από πλευράς ελληνικών συμφερόντων το θέμα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Για τις ελληνικές θέσεις ως καταλληλότερη οροθέτηση των συνόρων προκρινόταν η πρόταση που είχε υποβάλλει το 1828 ο Καποδίστριας, δηλαδή αυτή που προέβλεπε να περιέλθουν στην Ελλάδα, εκτός της Θεσσαλίας και περιοχές που καλύπτουν την Άρτα, τα Γιάννινα, την Πρέβεζα, το Μέτσοβο, καθώς ακόμη να συμπεριλαμβάνει περιοχές ακόμα και της Βορείας Ηπείρου (Δέλβινο). Μάλιστα ο Κουμουνδούρος ζήτησε την εξουσιοδότηση των μεγάλων Δυνάμεων για να καταλάβει αυτές τις περιοχές.

  • Οι αντιπρόσωποι όμως των Δυνάμεων και κυρίως οι Άγγλοι – αποδείχθηκαν και εδώ οι χειρότεροι”σύμμαχοι”, αφού μόνο την Πελοπόννησο ήθελαν στο ελληνικό κράτος!- δε δέχτηκαν την πρόταση αυτή. Αντ’ αυτού πρότειναν στην Ελλάδα να ξεκινήσει απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, που προβλέπονταν από το άρθρο 24 της συνθήκης του Συνεδρίου του Βερολίνου, για τον καθορισμό των νέων συνόρων. Πράγματι ο Κουμουνδούρος, χωρίς χρονοτριβή έδωσε διακοίνωση στην Τουρκία με την οποία την καλούσε να ορίσει δύο επιτετραμμένους για τη χάραξη της νέας οριογραμμής, ενώ συγχρόνως φρόντισε να ενισχύσει με νέο ανθρώπινο δυναμικό τις ένοπλες δυνάμεις, που είχαν φτάσει την εποχή εκείνη στον αριθμό των 30.000 ανδρών.

Η διάσκεψη της Πρέβεζας: Στη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου μόνο η Γαλλία πίεζε την Πύλη για να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα. Εν τέλει οι απευθείας συνομιλίες άρχισαν στην Πρέβεζα στις 25/1/ 1879. Από ελληνικής πλευράς οι διαπραγματευτές ήταν ο Αλ. Σούτσος, ο Γ. Ζηνόπουλος και ο ταγματάρχης Πάνος Κολοκοτρώνης. Η τουρκική πλευρά δέχτηκε να συζητήσει την παραχώρηση ορισμένων περιοχών της Θεσσαλίας, όχι όμως και της Ηπείρου, διότι όπως ισχυρίστηκαν οι αντιπρόσωποί της, αυτά ήταν εδάφη της Αλβανίας!

  • Συγχρόνως τις μέρες αυτές η Πρέβεζα είχε κατακλυστεί από Αλβανούς οι οποίοι αξίωναν την ένωση της Ηπείρου με το αλβανικό κράτος, τη δημιουργία του οποίου ανέμεναν. Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε τις συνθήκες ψυχολογικής πίεσης που υπήρξαν για τους Έλληνες αντιπροσώπους.

Η γραμμή που πρότειναν οι Τούρκοι άρχιζε ανάμεσα από τον Αλμυρό και το Βόλο, περνούσε βορείως του Δομοκού, διέσχιζε τη μέση των επαρχιών Φαρσάλων και Καρδίτσας και κατέληγε στην κοίτη του Αχελώου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Τούρκοι παραχωρούσαν το ένα τρίτο της Θεσσαλίας και ούτε σπιθαμή ηπειρωτικού εδάφους. Οι Έλληνες μη βρίσκοντας λογική την πρόταση της Πύλης προσέφυγαν στην επιδιαιτησία των Μεγάλων Δυνάμεων που προβλεπόταν και από το άρθρο 24.

Οι ευρωπαϊκές ζυμώσεις: Από το Μάρτιο του 1879 ως τον Αύγουστο του ίδιου έτους το ελληνικό ζήτημα απασχολούσε πλέον έντονα τις μεγάλες Δυνάμεις. Παρά τις μεσολαβητικές προσπάθειες Άγγλων και Γάλλων το θέμα δεν προχώρησε. Έτσι οι Δυνάμεις πρότειναν εκ νέου διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας τη φορά αυτή στην Κων/λη. Σ’ όλο αυτό το διάστημα η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε να επηρεάσει όσες γινόταν περισσότερες από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

  • Και ενώ η στάση των μεγάλων δυνάμεων ήταν λίγο πολύ ουδέτερη, ένας απρόσμενος σύμμαχος της Ελλάδας εμφανίστηκε. Αυτός ήταν ο Γερμανός αυτοκράτορας Γουλιέλμος Α΄. Αντίθετα, ένας νέος αντίπαλος στις ελληνικές επιδιώξεις γίνεται για πρώτη φορά η Ιταλία. Η τελευταία πήρε το μέρος των Αλβανών που απαιτούσαν από τη διεθνή κοινότητα να μην δοθούν εδάφη που κατοικούνταν από Αλβανούς ούτε στη Ελλάδα ούτε στο Μαυροβούνιο.

Η Αγγλία, βρίσκοντας αφορμή τις αιτιάσεις των Αλβανών και της Ιταλίας -άλλο που δεν ήθελαν τα διπλωματικά ”γεράκια” της γηραιάς Αλβιώνας – παρεμπόδιζε τη λήψη θετικών αποφάσεων υπέρ της Ελλάδας. Στο μεταξύ, μέρα με τη μέρα, Τούρκοι και Έλληνες επάνδρωναν με όλο και περισσότερους ενόπλους τα σύνορά τους.

Η ελληνοτουρκική διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης: Μέσα σε ένα κλίμα γενικότερης έντασης ξεκίνησαν στην Πόλη οι πρώτες συναντήσεις των δύο μερών, στις 10(22)/8 του 1879. Τα τρία μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ο πρέσβης Κουντουριώτης, ο Βράιλας-Αρμένης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Ακολούθησαν ατέρμονες συζητήσεις επί συζητήσεων για διαδικαστικά θέματα. Η ελληνική πλευρά μετά από τα διαδικαστικά παρουσίασε τις απαιτήσεις της. Σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονταν η Θεσσαλία, με ολόκληρο τον Όλυμπο, και η Ήπειρος με τα Γιάννενα και το Μέτσοβο, καθώς και η επαρχία Δελφίνου της Β. Ηπείρου.

  • Οι Τούρκοι, όπως αναμενόταν, απέρριψαν ασυζητητί τις ελληνικές αξιώσεις. Ο Waddington, εκ μέρους της Γαλλίας, πρότεινε τότε στα δύο μέρη, την παραχώρηση από την πλευρά της Τουρκίας της Θεσσαλίας, μέχρι όμως το ύψος των νοτίων παρυφών του Ολύμπου, καθώς και μόνον την περιοχή της Άρτας, από την Ήπειρο.

Ο Salisbury, από την αγγλική πλευρά, πρότεινε να συσταθεί μια διεθνής επιτροπή η οποία θα αναλάμβανε να χαράξει τα νέα σύνορα, αλλά αυτή δε θα περιοριζόταν μόνο στην επέκταση του ελληνικού κράτους προς βορράν. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έδειξε ικανοποιημένη από αυτήν την εξέλιξη, αλλά επειδή η πρόταση υιοθετήθηκε από όλες τις Δυνάμεις, αναγκάστηκε να την αποδεχτεί.

  • Νέα διάσκεψη στην Κων/λη: Η διάσκεψη αυτή άρχισε στην Πόλη το Μάρτιο του 1881. Οι θέσεις των μεγάλων δυνάμεων είχαν αλλάξει όμως αρκετά. Θετικότερη άποψη για τα ελληνικά συμφέροντα είχε πια η Αγγλία και η Γερμανία. Το σχέδιο μάλιστα που κατέθεσαν από κοινού οι αντιπρόσωποι των δύο αυτών χωρών μεριμνούσε για την απόδοση στην Ελλάδα της Κρήτης αντί της Ηπείρου. Όμως η άποψη αυτή απορρίφθηκε από τις υπόλοιπες μεγάλες Δυνάμεις.

Η Διάσκεψη πήρε άλλη τροπή όταν η Τουρκία έκανε για πρώτη φορά λόγο για εκχώρηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, τοποθετώντας μάλιστα τη μεθόριο 4 χιλιόμετρα νοτίως του Πλαταμώνα. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή αναγκαστικά από την Ελλάδα, παρ’ όλο που παραλείπονταν η απόδοση της Ηπείρου, πλην Άρτας, και ανακούφισε τις Μεγάλες Δυνάμεις.

  • Έτσι στις 26/3 (7/4) η Ελλάδα δέχτηκε το τελεσίγραφο των Μ. Δυνάμεων που απαιτούσαν απ΄ αυτήν να συμφωνήσει, διότι σε αντίθετη περίπτωση το μέλλον των αλύτρωτων ελληνικών εδαφών θα ήταν αβέβαιο, ενώ η ελληνική κυβέρνηση θα απομονωνόταν διεθνώς. Η εσωτερική κατάσταση παρουσιαζόταν τις παραμονές της αποδοχής του σχεδίου σχεδόν εμφυλιοπολεμική. Η αντιπολίτευση κατηγορούσε τον Κουμουνδούρο για ολιγωρία και απαιτούσε εισβολή στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία.

Ο πρωθυπουργός όμως και ο Γεώργιος, βλέποντας τη σταθερή θέση των μεγάλων Δυνάμεων και σταθμίζοντας την πληροφορία ότι σε περίπτωση κήρυξης ελληνοτουρκικού πολέμου η Βουλγαρία θα ενσωμάτωνε την ήδη αυτόνομη Ανατ. Ρωμυλία, που κατοικούνταν σε ποσοστό περίπου 40 από Έλληνες, αποφάσισαν να δεχθούν την προτεινόμενη λύση. Ο Κουμουνδούρος πριν υπογράψει ζήτησε από τις εγγυήτριες δυνάμεις να εξασφαλίσουν την προστασία του ελληνικού πληθυσμού της Ηπείρου από πιθανές διώξεις αντεκδίκησης εκ μέρους των Τούρκων, πράγμα που το εξασφάλισε.

  • Η συνθήκη ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας: Στις 24/5 οι μεγάλες Δυνάμεις απέσπασαν την υπογραφή της Τουρκίας στο κείμενο της Συνθήκης παραχώρησης των νέων εδαφών στην Ελλάδα, ενώ στις 20/6 (2/7) υπέγραψαν στην Κων/λη το τελικό κείμενο ο επιτετραμμένος πρέσβης της Ελλάδας Ανδρέας Κουντουριώτης, από ελληνικής πλευράς και από την τουρκική πλευρά ο πρωθυπουργός Μαχμούτ Σερβέρ πασάς.

Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η νέα οριογραμμή ξεκινούσε από την ακτή 4 χιλιόμετρα νοτίως του Πλαταμώνα (Κουλούρα-Παλαιόπυργος) και ακολουθούσε την κορυφογραμμή του Κάτω Ολύμπου (Ανάληψη, Πρ. Ηλίας, κ.α.), μέχρι την κορυφή Γκονταμάν, βορείως της Ροδιάς μέχρι τα στενά της Μελούνας, ορίζοντας τον Τύρναβο και τα χωριά του στην ελληνική επικράτεια. Στη συνέχεια η συνοριακή γραμμή κατέβαινε Νότια-Νοτιοδυτικά, αφαιρώντας την Ελασσόνα, ενώ στο νοτιότερο σημείο της η γραμμή συναντούσε τα υψώματα του Ζάρκου και του Γριζάνου και συνέχιζε με δυτική κατεύθυνση ως τη κορυφή της Κράτζοβας, συμπεριλαμβάνοντας σχεδόν καθ’ ολοκληρία το σημερινό Νομό Τρικάλων.

  • Από εκεί στρεφόταν προς Νότον, περνώντας από την κορυφογραμμή του όρους Περιστέρι (Λάκμος) και, αφήνοντας το Μέτσοβο εντός της Τουρκίας, συναντούσε τα χωριά Καλαρρύτες και Μιχαλίτσι και στη συνέχεια, ακολουθώντας τον ρου του Άραχθου, έφτανε ως τις εκβολές του, καλύπτοντας το μεγαλύτερο τμήμα του σημερινού Νομού Άρτας. Σύμφωνα με όρο της συνθήκης ο Αμβρακικός δε θα μπορούσε να μένει οχυρωμένος από τους Οθωμανούς, εξασφαλίζοντας έτσι τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή.

Οι υποχρεώσεις που αναλάμβανε η ελληνική κυβέρνηση: Σε αντάλλαγμα για τις παραχωρήσεις αυτές η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να προστατέψει το μουσουλμανικό πληθυσμο των νέων εδαφών, διασφαλίζοντας το δικαίωμα γι’ αυτούς της αυτονομίας και της ελευθερίας οργάνωσης αυτοδιοικητικών θεσμών. Τα τοπικά ισλαμικά δικαστήρια θα διατηρούνταν, αλλά οι καδήδες θα είχαν το δικαίωμα να ασχολούνται μόνο με θρησκευτικής φύσης υποθέσεις.

  • Το πιο σημαντικό όμως εδάφιο της συμφωνίας, που θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, κυρίως στις αρχές του 20ου αιώνα, για τον αγροτικό πληθυσμό της Θεσσαλίας, ήταν το θέμα των τσιφλικιών. Με το άρθρο 4 αναγνωρίζονταν οι οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας και κατοχυρώνονταν όλα τα δικαιώματα των Οθωμανών ιδιοκτητών ή και των Χριστιανών αγοραστών των τσιφλικιών του θεσσαλικού κάμπου, αλλά και άλλων χορτολιβαδικών ή δασικών εκτάσεων.

Με το άρθρο 5 μάλιστα της Συνθήκης ο Σουλτάνος, που παρέμενε ο μεγαλύτερος προσοδούχος των αγροτικών γαιών στην περιοχή είχε το δικαίωμα να διαθέτει αυτές ή τα έσοδά του απ’ αυτές όπου ήθελε, κυρίως στο σουλτανικό θησαυροφυλάκιο. Το χειρότερο όμως ήταν το 6ο άρθρο. Σύμφωνα μ’ αυτό απαγορευόταν στην ελληνική κυβέρνηση να απαλλοτριώσει τα μεγάλα αυτά τιμάρια. Ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να το επιτύχει, ήταν ένας γενικός νόμος που θα έπρεπε να καλύπτει όλη την ελληνική επικράτεια.

  • Με άλλες διατάξεις της συμφωνίας έπρεπε η ελληνική κυβέρνηση να λύσει το θέμα της ληστείας, να καλύψει ένα μέρος του, τεράστιου, χρέους της Οθωμ. Αυτοκρατορίας και να χορηγήσει γενική αμνηστεία. Η κατάληψη των νέων εδαφών άρχισε την 23η Ιουνίου (5/7) με την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πρώτη απελευθερωμένη πόλη που ήταν η Άρτα.

Την 9η Αυγούστου απελευθερώθηκε ο Δομοκός, την 10η του ίδιου μήνα ο Αλμυρός, για να ακολουθήσουν τον ίδιο μήνα οι απελευθερώσεις κατά σειρά των Φαρσάλων (15), της Καρδίτσας (18), των Τρικάλων (23) και της Λάρισας (31/8). τελευταία πόλη που παραδόθηκε στον ελληνικό στρατό ήταν ο Βόλος (21/10).

ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ: 1. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄1 παραχωρεί τις θεσσαλικές Μητροπόλεις και Επισκοπές στην Εκκλησία της Ελλάδος

Αριθμ. Πρωτοκόλου 2262

Ιωακείμ Ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κων/λεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης

Της των πολιτικών καταστάσεωσ ως επί το πολύ μεταβαλλομένης ταις του χρόνου φοραίς (…). Ένθεν (…) επεί τινές των εν χώραις Ηπείρου και Θεσσαλίας παροικιών (…) του Πατριαρχικού Οικουμενικού θρόνου, ήτοι η αγιωτάτη Μητρόπολις Λαρίσης μετά των υπ’ αυτήν αγιωτάτων Επισκοπών Τρίκκης, Σταγών, Θαυμακού και Γαρδικίου και αι αγιώταται Μητροπόλεις Άρτης, Δημητριάδος και Φαναριοφαρσάλων και η αγιώτατη Επισκοπή Πλαταμώνος, η τη αγιωτάτη Μητροπόλει Θεσσαλονίκης υποκειμένη, έτι δε είκοσι χωρία της αγιωτάτης Μητροπόλεως Ιωαννίνων εκ του τμήματος Τζουμέρκων και τρία έτερα της αυτής Μητροπόλεως εκ του τμήματος Μαλακασίου (…) προσηρτήθησαν (…) και ηνώθησαν πολιτικώς τω Θεοσώστω Βασιλείω της Ελλάδος, ανηνέχθησαν δε τη καθ’ ημάς Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία (…) αι ειρημέναι παροικίαι απολυθώσι και εκκλησιαστικώς από του καθ’ ημάς αγιωτάτου Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και προσαρτηθώσι τη αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος αποτελούσαι του λοιπού μέρος ταύτης αδιάσπαστον και αχώριστον (…) Είναι δε διά παντός του λοιπού και λέγεσθαι και παρά πάντων γινώσκεσθαι ως εκκλησιαστικώς ηνωμένας και συνημμένας αναποσπάστως τη αγιωτάτη αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος και υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας ταύτης διακυβερνάσθαι,προς αυτήν τε έχειν την κανονικήν και άμεσον υποταγήν και αναφοράν και του ονόματος αυτής μνημονεύειν (….). Εν έτει σωτηρίω αωπβ΄2 κατά μήναν Μάιον.

Ο Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ, ο Εφέσου Αγαθάγγελος (…), ο Μυτιλήνης Κων/νος, ο Διδυμοτείχου Μεθόδιος (…), ο Βοδενών3 Ιερόθεος, ο Κασσάνδρας Κωνστάντιος.”

2. Συγχαρητήρια εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλ. της Ελλάδος στο μητροπολίτη Λαρίσης για την ένταξη της Ι. Μητρ. Λαρίσης

στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος.

“ Α. Πρωτ. 238/Διεκπ. 2478/ Εν Αθήναις τη 7η Ιουνίου 1882

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος

Προς τον σεβασμιώτατον μητροπολίτην Λαρίσης

Η Σύνοδος διαπέμπει (…) ώδε εγκύκλιον αυτής επιστολήν μετά της ταύτης συνημμένης πατριαρχικής και συνοδικής πράξεως δι’ ης αι χώραι της Ηπείρου και Θεσσαλίας (…) απολύονται και εκχωρούνται και εκκλησιαστικώς τη αυτοκεφάλω αυτού (ενν. ελλ. κράτους) Εκκλησία υπό την διοίκησιν και υποταγήν της Εκκλησίας της Ελλάδος. (…) η Σύνοδος ανακοινουμένη υμίν τούτω μετ’ αφάτου χαράς και αγαλλιάσεως, συγχαίρει υμίν εκ κέντρου καρδίας επί τούτω (…) ότι του λοιπού θέλετε αναγνωρίζει κανονικώς εκκλησιαστικήν υμών Αρχήν την Ιεράν της Εκκλησίας της Ελλάδος Σύνοδον (…).

Ο Αθηνών Προκόπιος πρόεδρος, ο Λευκάδος Γρηγόριος, ο Ιθάκης Γαβριήλ, ο Άνδρου και Κέας Μητροφάνης, ο Φωκίδος Δαυίδ / ο γραμματεύς αρχιμανδρίτης Α. Χριστόπουλος”

3. ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟΤΑΤΟ: Ο Σεϊχ–ουλ–Ισλάμ4 ανακοινώνει το φετφά5 παραχώρησης της Θεσσαλίας στην Ελλάδα6 [ΣΗΜ. ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΥΦΟΣ!!]

Ιερός φετφάς. Παλαιόν γειτονικόν κρατίδιον διάγει εν ειρήνη και αρμονία μεθ’ ημών κατά τας κρισίμους ταύτας περιστάσεις του βιλαετίου μας. Κατά τον ιραδέν, η ελεημοσύνη είναι θεία εντολή. Αυτής εμφορούμενος ο άναξ7 ημών, απεφάσισεν όπως εκκοπεί τεμάχιον εκ του μεγάλου κράτους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δοθεί εις το εθνάριον τούτο όπως ζήσει εν το μέλλοντι εν ανέσει.”

Οι υπογραμμισεις είναι δικές μας και δείχνουν την έπαρση και το υπερφίαλο των Οθωμανών κρατούντων έναντι των Ελλήνων.

Με την προσάρτηση των νέων περιοχών η Ελλάδα αποκτούσε ακόμα 13.395 τετ. Χλμ., αυξάνοντας την έκτασή της στα 63.406 τ. Χλμ. Και στον πληθυσμό της προστίθενται 300.000 νέοι κάτοικοι, εμφανίζοντας στο τέλος της ίδιας δεκαετίας συνολικό ελληνικό πληθυσμό 2.187.208 κατοίκων.

Συνοδευτικό κείμενο 1. Η απελευθέρωση των Φαρσάλων8

Η απελευθέρωση της πόλης και η υποδοχή του ελληνικού στρατού έγινε την 15η Αυγούστου του 1881, ανήμερα της έναρξης της ετήσιας εμποροπανήγυρης που ήταν γνωστή με την ονομασία “Παναγιά παζάρ”. Επικεφαλής της υποδοχής τέθηκαν ο μητροπολίτης Φαναριοφαρσάλων Ιλαρίων, ο δήμαρχος της πόλης Χουσνί Τακσίν και από τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, δυο χριστιανοί και δυο μουσουλμάνοι. Εκείνη την εποχή οι χριστιανοί κάτοικοι των Φαρσάλων, που ασχολούνταν κυρίως ως τεχνίτες ή μικροέμποροι, ήταν μειοψηφία, περί τους 650, λένε οι πηγές, και έμεναν κυρίως στο χριστιανικό μαχαλά (Βαρούσι), στην ανατολική πλευρά της πόλης. Τον επόμενο μήνα επισκέφθηκε την πόλη ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος, ενώ στις 12/10 της ίδιας χρονιάς έφτασε στην πόλη και ο βασιλιάς Γεώργιος, ο οποίος φρόντισε να επισκεφθεί και τον τεκέ των Μπεκτασήδων στα Ασπρόγεια. Μετά την απελευθέρωση η περιοχή Φαρσάλων αλλά και Δομοκού εντάχθηκε στο Νομό Λαρίσης, ενώ ο Δήμος των Φαρσάλων είχε πληθυσμό 4.996 κατοίκους και εντός των ορίων του υπάγονταν ακόμα 17 χωριά (δες σχετ. ενότητα στο τέλος του βιβλίου).

Συνοδευτικό κείμενο 2. Η απελευθέρωση της Καρδίτσας

Η 18η Αυγούστου ήταν μια ξεχωριστή μέρα για την Καρδίτσα. από τα χαράματα σε όλα τα σπίτια της πόλης κυμάτιζε περήφανα η ελληνική σημαία, ενώ το αμέτρητο πλήθος των κατοίκων, όχι μόνο της πόλης, αλλά και των γύρω χωριών, σαν ποτάμι κατευθυνόταν προς την είσοδο της πόλης. Οι παπάδες προχωρούσαν με τα εξαπτέρυγα και το Σταυρό, ενώ έψαλλαν αναστάσιμα τροπάρια. Οι μαθητές των σχολείων, ζητωκραυγάζοντας και τραγουδώντας ύμνο στη σημαία, πετούσαν τα φέσια τους στον αέρα, δείγμα απαλλαγής από την τουρκική σκλαβιά. Στην είσοδο της πόλης οι Καρδιτσιώτες είχαν δημιουργήσει μια πελώρια αψίδα με δάφνες και έλατα, απ’ όπου θα περνούσε ο ένδοξος ελληνικός στρατός. Κοντά σ’ αυτόν είχαν πάρει θέση οι αρχές της πόλης, με επικεφαλής τον δήμαρχο Καχριμάν Βέη και το μητροπολίτη Καρδίτσας Νεόφυτο, στον οποίον υπαγόταν εκκλησιαστικά η Καρδίτσα. Ο τελευταίος, με την αρχιερατική του στολή και το σταυρό στα χέρια, είχε στα δεξιά του τον επίσκοπο Θαυμακού. Κατά τις 9 το πρωί, η τρίτη φάλαγγα του ελληνικού στρατού με επικεφαλής το στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο έφτανε στην είσοδο της πόλης. Η εμφάνισή του προκάλεσε φρενίτιδα ενθουσιασμού. (…) Ο στρατηγός έφτασε μπροστά στους επισήμους, κατέβηκε από το άλογό του, δέχτηκε τις ευλογίες των αρχιερέων και ασπάστηκε το σταυρό και το Ευαγγέλιο. (…) Στη συνέχεια ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη. Μπροστά πήγαινε το πεζικό με τη μουσική του, ενώ οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες δέχονταν τις ευλογίες των ιεραρχών, περνώντας από μπροστά τους. Στους δρόμους της πόλης ο ενθουσιασμός του λαού ήταν απερίγραπτος. Οι γυναίκες από τα παράθυρα των σπιτιών έραιναν με άνθη τους στρατιώτες μας. Η παράδοση της πόλης έγινε ομαλά. Το μόνο επεισόδιο που αναφέρεται είναι η πυρκαγιά της αγοράς, που ξέσπασε τη νύχτα της παραμονής κσαι που, όπως λέγεται, προκλήθηκε από τους Τούρκους για εκδίκηση.(..)

Γριβέλλας Λ.- Καραφύλλης Ν.- Μαγόπουλος Β., Εγχειρίδιο Τοπ. Ιστορίας, β΄ έκδ. Ν. Αυτ. Καρδίτσας 2006.σ. 137-9.

1. Είναι ο Ιωαακείμ Κρουσουλούδης, Χίος στην καταγωγή, που διετέλεσε μητροπολίτης Λάρισας την περίοδο 1870-5.

2. 1882.

3Βοδενά είναι η Έδεσσα της Μακεδονίας.

4. Ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης των Μουσουλμάνων της Τουρκίας.

5. φετφά=απόφαση.

6Επ. Φαρμακίδηςό.π., σ. 228-9.

7. Εννοεί το σουλτάνο.

8. Δες σχετ. Αχ. Μπακαλέξης, “Όταν ο ελληνικός στρατός έμπαινε στα Φάρσαλα”, εφημ. Ελευθερία,15/8/2008, σ.11.

ΛΕΖΑΝΤΕΣ: Εικ. Τα νέα εδάφη της Ελλάδας το 1881 (από τον 14ο τόμο της Ιστορίας τ. Ελληνικού Έθνους)

ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ, μια από τις μεγαλύτερες πνευμ. μορφές του τέλους του 19ου αι. στη Θεσσαλία

Ενα χριστιανικό σπίτι στον Τύρναβο [19ος αι.]

Απελευθερωση Θεσσαλίας [Αναπαράσταση με τη μορφή κόρης που λευτερώνεται]