140 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ: 1881-2021 Η εξέλιξη και η κατάπνιξη της επανάστασης στη Δυτ. Θεσσαλία (από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου)

140 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ: 1881-2021

Η εξέλιξη και η κατάπνιξη της επανάστασης στη Δυτ. Θεσσαλία

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

Η εξέλιξη της Επανάστασης στον Ασπροπόταμο και τα Άγραφα το 1823. Οι επαναστάτες των αρματολικίων της Πίνδου άρχισαν και πάλι τον αγώνα από τις αρχές του 1823. Κύριοι πρωταγωνιστές υπήρξαν ο Καραϊσκάκης, για τον οποίο θα γίνει εκτενής παρουσίαση, συν Θεώ, σε επόμενο σημείωμά μας, και ο Στορνάρης. Το Μάιο του 1823, ο Χουρσίτ είχε πλέον αυτοκτονήσει και ταφεί στη Λάρισα και στη θέση του ανέλαβε ο Δερβίς πασάς, ο οποίος βάλθηκε να αποδείξει πως ήταν ικανότερος από τον προκάτοχό του. έτσι άρχισε να συγκεντρώνει στρατό στη Λάρισα και τα Τρίκαλα. Υπεύθυνος του Δερβίς για τη λίβα των Τρικάλων τοποθετήθηκε ο Σαλιχτάρ πασάς επικεφαλής ισχυρής δύναμης (5.000 άνδρες), ο οποίος, με το που ανέλαβε τη θέση του κάλεσε τον Καραϊσκάκη σε υποταγή. Όπως είναι φυσικό ο Θεσσαλός ήρωας αρνήθηκε, με το γνωστό του υβριστικό τρόπο, να υπακούσει. Την ίδια απάντηση, έστω πιο κόσμια, έδωσε και ο Στορνάρης. Έτσι οι τουρκικές ορθές ανέλαβαν δράση. Εισέβαλαν μέσω Καλαμπάκας στον Ασπροπόταμο και κατέστρεψαν το Περτούλι, το Βετέρνικο και την Πύρρα. Στην περιοχή των Αγράφων εισέβαλαν από τη Νεβρόπολη1. Σ’ αυτήν την περιοχή οι οθωμανικές δυνάμεις στρατοπέδευσαν για να αναπαυθούν και να συνεχίσουν την επομένη. Όμως στη θέση αυτή τους χτύπησε ο Καραϊσκάκης με τους άνδρες του, χωρίς όμως να καταφέρει να επιτύχει τον απαραίτητο αιφνιδιασμό, με συνέπεια να αναγκαστεί σε υποχώρηση στην περιοχή Οξυάς Αργιθέας, όπου και το στρατόπεδο των επαναστατών. Και ενώ είχε αναζωπυρωθεί η επανάσταση στο Τρίκερι, μετά την εκεί κάθοδο του Καρατάσου, οι οθωμανικές δυνάμεις διέκοψαν την προέλασή τους και στον Ασπροπόταμο και στην Αργιθέα, περιμένοντας οδηγίες. Ενόσω διάστημα βρισκόταν στην Οξυά ο Καραϊσκάκης, έφτασαν απεσταλμένοι του Σαλιχτάρ, ζητώντας τη διακοπή των συγκρούσεων και τη σύναψη ειρήνης. Ο Καραϊσκάκης έσπευσε να ζητήσει και τη γνώμη του Στορνάρη, καλώντας τον να έρθει στην Οξυά. Όμως ξαφνικά ασθένησε ο Αγραφιώτης οπλαρχηγός και αναγκάστηκε να μείνει σε γειτονικό μοναστήρι για νοσηλεία. Εκεί τον συνάντησε εν τέλει ο Στορνάρης και, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, μετά από σύσκεψη, αποφάσισαν να δεχτούν την ειρήνη με τους Οθωμανούς, κυρίως για να εξαγοράσουν χρόνο, εφόσον δεν είχαν τον απαραίτητο για τη συνέχιση του αγώνα οπλισμό, τον οποίον περίμεναν από την Ελληνική Διοίκηση της Στερεάς. Έτσι, τα δύο μέρη υπέγραψαν πρωτόκολλο ειρήνης στο οποίο μεταξύ άλλων προβλεπόταν η απελευθέρωση των αμάχων Ελλήνων αιχμαλώτων, η απόδοση στους δικαιούχους όλων των αρπαχθέντων από τους Οθωμανούς περιουσιακών στοιχείων και η αποχώρηση του τουρκικού στρατού πέραν της κοίτης του Πηνειού.

Η επέμβαση του Μαχμούτ Σκόδρα πασά: Πριν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι από την συμφωνία, ο πασάς στης Σκόδρας, Μαχμούτ, συγκέντρωσε στρατό 20.000 ανδρών από τη Σκόδρα και άλλων Αλβανών, Μιρτιτών (ρωμαιοκαθολικοί στο θρήσκευμα) με σκοπό να εκστρατεύσει στην Ελλάδα διά της Πίνδου. Την 1η Ιουλίου του 1823 ο στρατός αυτός βρισκόταν στρατοπεδευμένος στις όχθες του Πηνειού, κοντά στην Καλαμπάκα. Από εκεί έστειλε απεσταλμένους προς τους οπλαρχηγούς του Ασπροποτάμου αλλά και των Αγράφων, από τους οποίους ζητούσε όχι απλά το “προσκύνημα” αλλά τη συμμετοχή τους στο εκστρατευτικό σώμα, βάζοντας μάλιστα όριο 15 ημερών για την απάντησή τους! “Όποιος θέλει να είναι με μένα, πρέπει να είναι πλησίον μου. Όποιος δεν θέλει ας καρτερεί τον πόλεμόν μου2”. Μ’ αυτά τα λόγια έκλεινε το τελεσίγραφό του ο Μαχμούτ. Ο Καραϊσκάκης, μόλις πήρε την επιστολή του Μαχμούτ ειδοποίησε τους αμάχους της περιοχής του να μετακινηθούν σε ασφαλέστερες τοποθεσίες και απέστειλε το γράμμα στον Στορνάρη, ειδοποιώντας τον ότι ο ίδιος με τους δικούς του θα πήγαιναν νοτιότερα, στα Επινιανά της Ευρυτανίας. Όταν έληξε το τελεσίγραφο, ο Μαχμούτ χώρισε το στράτευμά του σε τρεις κλάδους. Ο πρώτος κλάδος υπό τον Σούλτζε Κόρτζια, αριθμώντας 4.500 άνδρες όρμησε κατά του Ασπροποτάμου, ο δεύτερος κλάδος με 6.000 άνδρες υπό την δική του καθοδήγηση, κατευθύνθηκε προς την Οξυά ελπίζοντας ότι θα χτυπήσει εκεί τον Καραϊσκάκη, το τρίτο τέλος τμήμα του στρατεύματός του με τους υπολοίπους και το ιππικό κατευθύνθηκε, μέσω Ρεντίνας, προς το Καρπενήσι.

Η καταστροφή του Ασπροποτάμου: αναμένοντας την εισβολή των Οθωμανών στην περιοχή τους, οι οπλαρχηγού Ασπροποτάμου Ν. Στορνάρης και Κλεινοβού, Γρ. Λιακατάς, διέταξαν την άμεση εκκένωση των χωριών των περιφερειών τους. Έτσι 20.00ο άμαχοι μαζί με τα γιδοπρόβατά τους σχημάτισαν μια μελαγχολική αλυσίδα στην πορεία τους , μέσα από δύσβατες περιοχές, προς τον Αχελώο. Κατόρθωσαν μέσα σε λίγες μέρες να φτάσουν στο Μυρόκοβο κι από εκεί να περάσουν στο αρματολίκι του Ραδοβισδίου (Άρτας). Ο αρματολός της περιοχής Μπακόλας αρνήθηκε αρχικά να τους επιτρέψει τη διέλευση φοβούμενος της αντίδραση των Οθωμανών. Όμως, προ του πείσματος των αμάχων, τους το επέτρεψε εν τέλει. Μετά από ανείπωτες ταλαιπωρίες, ακόμη και κλοπές από ομοφύλους των, Τζουμερκιωτών Αρτινών και κατοίκων του Βάλτου, οι δυστυχείς άμαχοι έφτασαν τελικά σε μια ήσυχη, από άποψη συγκρούσεων την εποχή εκείνη, περιοχή, στη Μηλιά του Βάλτου. Ο Κασομούλης, στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, συγκρίνει τις ταλαιπωρίες των Ασπροποταμιτών, μ’ αυτές των Ισραηλιτών κατά την έξοδό τους από την Αίγυπτο3. Οι καπεταναίοι Λιακατάς και Στορνάρης, μόλις είδαν ότι οι συμπατριώτες τους εξασφάλισαν μια σχετικά ασφαλή τοποθεσία, επέστρεψαν, μαζί με τον Κασομούλη, στα Άγραφα για να δουν τα αποτελέσματα της επιδρομής του δεύτερου στρατεύματος του Μαχμούτ στην περιοχή. Στο δρόμο, κοντά στη Βούλπη, πληροφορήθηκαν με βαριά τους θλίψη το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη. Η είδηση όμως που τους λύπησε ακόμα περισσότερο ήταν η λεηλασία των αμάχων του Ασπροποτάμου από χριστιανούς(!) του Βάλτου. Έτσι επέστρεψαν στο Βάλτο για να βοηθήσουν τους συμπατριώτες τους να επιστρέψουν στον Ασπροπόταμο, μιας κι ο κίνδυνος είχε ήδη περάσει. Έτσι στα τέλη Αυγούστου της ίδια χρονιά οι δυστυχείς Ασπροποταμίτες επέστρεψαν στις πατρικές τους οικίες, γυμνοί, καταληστευμένοι, αλλά και ανακουφισμένοι για το τέλος της δοκιμασίας τους.

Η επιδρομή των Αλβανών του Μαχμούτ στα Άγραφα: Η εισβολή του στρατού του πασά της Σκόδρας άρχισε την 20η Ιουλίου του 1823. Την 23η του ίδιου μήνα έφτασαν στην Οξυά, που είχε μόλις εγκαταλείψει ο Καραϊσκάκης. Ο άμαχος πληθυσμός είχε συγκεντρωθεί σε οχυρές θέσεις της περιοχής (ΠαλούκιαΦτέρη). Στην περιοχή του Λεοντίτου ο Καραϊσκάκης και οι άνδρες του πρόβαλαν ισχυρή αντίσταση, εμποδίζοντας προσωρινά τους εισβολείς, οι οποίοι άφησαν στο πεδίο της μάχης πολλούς νεκρούς. Όμως οι Οθωμανοί κατάφεραν να ξεφύγουν από τα φυλασσόμενα περάσματα και να εισέλθουν στην ορεινή περιοχή περνώντας από το Κνίσοβο και την περιοχή Τυμπάνου. Όμως η αντίσταση αυτή αποδείχτηκε μάταια, μιας κι ο κύριος όγκος των Αλβανών εισήλθε στην περιοχή από την περιοχή των Τριών Ορίων στο Πετρίλο. Από εκεί, αφού σκόρπισε την καταστροφή σε όλη την περιφέρεια των Αγράφων, διεκπεραιώθηκε στο Καρπενήσι. Τα μόνα που γλύτωσαν την καταστροφή ήταν τα θρησκευτικά μνημεία, κι αυτό διότι οι περισσότεροι των Αλβανών εισβολέων ήταν χριστιανοί. Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή από την Ιστορία της Επανάστασης: ο Μαχμούτ και η δύναμή του έφτασε στο Μεσολόγγι και αφού παρέμεινε στην εκεί περιοχή μέχρι το Νοέμβριο επέστρεψε στην Αλβανία. Και ενώ στην κατεστραμμένη περιοχή των Αγράφων οργίαζε η ληστεία κατά των ταλαιπωρημένων κατοίκων της, ο Καραϊσκάκης επέστρεψε και τιμώρησε αρκετούς από τους συμμορίτες, κυρίως Βαλτινούς και Αρτινούς, αλλά και ντόπιους, ανάμεσα στους οποίους και πολλά “παλικάρια” του Ράγκου. Όμως ο Καραϊσκάκης αναγκάστηκε για λόγους υγείας να αποσυρθεί στα Επτάνησα, επισκεπτόμενος συγχρόνως την εκεί ευρισκόμενη οικογένειά του. Απόντος λοιπόν του Θεσσαλού ήρωα από την περιοχή, Ο Ράγκος κι ο Γάτσος άρχισαν να παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους διώκοντας τους οπαδούς του Καραϊσκάκη. Οι υπόλοιποι άνδρες του Καραϊσκάκη (150 το σύνολο) κατέφυγαν στη Νότια Ευρυτανία ενώ το αρματολίκι των Αγράφων μοιράστηκε μεταξύ Ράγκου και Γάτσου. Τα της συνέχειας του αγώνα του Καραϊσκάκη μπορούμε να τα παρακολουθήσουμε στη μεθεπόμενη ενότητα.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Από την περιοχή που σήμερα έχει κατακλυστεί από τα νερά της λίμνης Ταυρωπού ή Πλαστήρα.

2Στάθης Γ., ιερέαςΑπό τ΄ Άγραφα, β΄ έκδοση, Detroit, Η.Π.Α., 1971, σ.289.

3. Δες σχετικά:Στάθης Γ., ιερέας, ό. π., σ.290-1.

ΛΕΖΑΝΤΑ: Ο ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ: ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ