140 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ (11) Η κατάσταση στη Θεσσαλία τον 17ο και 18ο αιώνα

1881-2021  140 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

                                                11.
Η κατάσταση στη Θεσσαλία τον 17ο και 18ο αιώνα
  • από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

Γενικά: Η Θεσσαλία δεν ήταν στις περιοχές που είχαν πολιτική ή διοικητική σημασία για τους Οθωμανούς. Μοναδική εξαίρεση ήταν η περίοδος των μέσων του 17ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του τουρκο-βενετικού πολέμου (1645-1669), όταν ο σουλτάνος μετέφερε την έδρα του στη Λάρισα. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο, που ακολουθεί, για τις δραστηριότητες του σουλτάνου στην περιοχή της Λάρισας.

Ο Ροβέρτος του Ντραι1 (Βαντελέ) περιγράφει το κυνήγι του σουλτάνου2 στη Λάρισα3

… καθώς φτάναμε σε ένα χωριό που το λένε Μπαμπά [Τέμπη], (…) είδαμε σπουδαίες προετοιμασίες για ένα μεγάλο κυνήγι που θα έβγαινε ο σουλτάνος. Αυτό ανάγκασε τον κύριο πρεσβευτή να στείλει αμέσως έναν από τους δραγουμάνους του να ρωτήσει το μεγάλο καϊμακάμη αν θα μπορούσε να έχει ακρόαση, προτού η Υψηλότητά του κινήσει για το κυνήγι. (…) έτσι πέτυχα να ιδώ ένα μέρος από τις προετοιμασίες του κυνηγιού. Και μέτρησα κάπου διακόσιους ανθρώπους να κρατάνε από δυο λαγωνίκες ο καθένας τους, δεμένες με αλυσίδα σιδερένια απ’ το λαιμό. Κι είχαν όλα τούτα τα σκυλιά μια ομορφάδα που σπάνια βρίσκεις το ταίρι της. Όχι μονάχα γιατί τ’ αυτιά τους ήταν μεγάλα και κρεμασμένα, μα γιατί τα ‘χαν μαρκαρισμένα με διάφορα χρώματα, γαλάζιο, κόκκινο και πράσινο. (…) Είδα να περνάνε παραπάνω από τετρακόσιοι χωριάτες, περπατώντας τέσσερις-τέσσερις με βήμα που έδινε ένα τουμπελέκι και μερικά σουραύλια. Για μοναδικό όπλο κρατούσαν στειλιάρια από κούτσουρο, είδα όμως μερικούς να ‘χουνε στο ζωνάρι μικρό τσεκούρι. Ένας απ’ αυτούς (…) ήρθε και με χαιρέτισε και μου’ πε πως από μικρό παιδί τον πήραν και τον κάναν με το ζόρι να τουρκέψει και ζούσε τώρα σ’ ένα χωριό κοντά στη Λάρισα. (…απ’ αυτόν) έμαθα με ποιο τρόπο γίνεται το κυνήγι τους. Ο σουλτάνος αναγκάζει τα γύρω χωριά ν’ αγγαρέψουνε είκοσι χιλιάδες ανθρώπους, καθένα ανάλογα με τον πληθυσμό του. Κι αυτές τις είκοσι χιλιάδες τις μάζευαν στον τόπο τον προσδιορισμένο για το κυνήγι και τους βάζαν παγανιά, να περιζώσουν την περιοχή που φώλιαζαν τα αγρίμια. Τότε με φωνές και χουγιατό τα προγκούσαν να προχωρούνε αλαφιασμένα σ’ ένα ξέφωτο, όπου στη μέση ήτανε στημένη μια εξέδρα, προφυλαγμένη γύρω-γύρω μα χαρακώματα πασαλωμένα. Εκεί ανεβασμένος ο σουλτάνος με την παρέα του απολάμβανε το θέαμα να διαβαίνουν και να ξαναδιαβαίνουν μπρος στα μάτια του τα ζουλάπια που κυνηγημένα από τους παγανιστάδες, μάταια προσπαθούσαν να ξεφύγουν στην αντίθετη μεριά. Γιατί κι εκεί, κι ολούθε, βρίσκαν ανθρώπους με χτύπους και ξεφωνητά να τους φράζουν το δρόμο. Κι έτσι ολοένα περνούσαν μπρος-πίσω στο πλάτωμα, καθώς όλο και στένευε το ανθρώπινο τετράγωνο που τα περίζωνε, γιατί εκείνοι που το σχηματίζανε προχωρούσαν αδιάκοπα και πυκνώνανε με τέτοιο τρόπο, που μερικές φορές σχημάτιζαν τριπλό κύκλο. Κι έτσι ο σουλτάνος βλέποντας να περνά και να ξαναπερνά μπροστά του κάθε λογής κυνήγι μπορεί να σκοτώνει όσα θέλει και έβλεπε μάλιστα με τι τρόπο τα σκυλιά τσακώνονται με τ’ αγρίμια, που μερικές φορές εξαγριώνονται τόσο πολύ που ρίχνονται και στους ανθρώπους, ακόμα και τους κομματιάζουν και λαβώνουνε πολλούς. Έμαθα μάλιστα, πως λίγο καρό πριν φτάσουμε εμείς στη Λάρισα, σ’ ένα παρόμοιο κυνήγι του σουλτάνου, χάσανε τη ζωή τους καμιά πεντακοσαριά άνθρωποι. Και ο μεγάλος καϊμακάμης, που είναι άγιος άνθρωπος, συγχίστηκε τόσο, πού ‘βαλε να ξαπλώσουνε στην αράδα όλα τα πτώματα από εκεί που θα περνούσε ο υψηλότατος για να δει τι θανατικό σκορπάνε στο λαό τα κυνήγια του αυτά και να πάρει πια την απόφαση να τα σταματήσει. Μάταια όμως, γιατί όταν ο σουλτάνος αντίκρισε τους σκοτωμένους, κι ο καϊμακάμης βρήκε την ευκαιρία να του πει πως ήταν και πολλοί άλλοι ακόμα που ‘χαν χάσει τη ζωή τους στο ξέφωτο, ο σουλτάνος τον αποστόμωσε: — Ε, και τι μ’ αυτό; ,τού ‘πε, έτσι κι έτσι μια φορά θα πεθαίνανε που θα πεθαίνανε! Τι εδώ, τι αλλού! (…)”

Ροβέρτος του Ντραι, “Ένας σουλτάνος στη Λάρισα”, Επιθεώρηση ΗΩΣ, αφιέρωμα Θεσσαλία, 1966, σσ.95,96.

Οικονομία: Μετά από αυτή τη συγκυρία η Θεσσαλία επέστρεψε στην προηγούμενη κατάσταση, της απλής επαρχίας, που ήταν απλά προσοδοφόρα για τα οικονομικά της Υψηλής Πύλης. Οι φτωχοί χριστιανοί αγρότες καλλιεργούσαν στα κτήματα, Οθωμανικών συμφερόντων συνήθως, κυρίως σιτάρι. Η ύπαιθρος ήταν γενικά αραιοκατοικημένη, με μεγάλες πόλεις τη Λάρισα, κυρίως, και τα Τρίκαλα. Οι Οθωμανοί υπερτερούσαν αριθμητικά στη Λάρισα, ενώ στην ύπαιθρο οι χριστιανικοί πληθυσμοί (Καραγκούνηδες όπως ονομάζονταν στη Δυτ. Θεσσαλία). Οι λεγόμενοι Κονιαρέοι, που ήταν μουσουλμάνοι επήλυδες, ήταν λιγότεροι και μόνο στην Αν. Θεσσαλία. Το εμπόριο ήταν στα χέρια των Εβραίων που είχαν μια αρκετά μεγάλη παροικία στη Λάρισα και μικρότερες στα Τρίκαλα και το Βόλο.

Πλημμύρες-θανατικά: Τα σπουδαιότερα προβλήματα των κατοίκων ήταν οι συχνές πλημμύρες του Πηνειού και οι καταστροφικές επιδημίες (κυρίως των ετών 1667-8 και του 1719, που έμεινε γνωστή σαν “το θανατικό το μεγάλο”). Άλλη μια επιδημία πανώλης, έκανε την εμφάνισή της το 1742, σκορπώντας το θάνατο και ερημώνοντας πολλά κονιαροχώρια. Αντίθετα ο χριστιανικός πληθυσμός των γύρω ορέων δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα από αυτά τα θανατικά. Η μεγαλύτερη πλημμύρα του Πηνειού ενέσκηψε το 1729, όταν πλημμύρισαν τα Τρίκαλα, το Μοσχολούρι και οι συνοικίες της Λάρισας, Αρναούτ μαχαλάς, Πέρα μαχαλάς και Ταμπάκικα. Αυτή η αραίωση του πληθυσμού των πεδινών θεωρείται και η αιτία της εμφάνισης των μεγάλων τσιφλικιών στην περιοχή.

Ακμή : Παρ’ όλα τούτα η Λάρισα διατηρούσε μια οικονομική ακμή που οφειλόταν στη θέση της πόλης, πάνω στον άξονα της οδού από τη Νότια προς τη Βόρεια Ελλάδα αλλά και εξαιτίας του εμπορίου που όπως προαναφέραμε κύριοι ασχολούμενοι ήταν οι Εβραίοι της πόλης. Από τις αρχές του 18ου αιώνα μεγάλη παρατηρείται μεγάλη ανάπτυξη της υφαντουργίας σε διάφορους ορεινούς οικισμούς της Θεσσαλίας, όπως στα Αμπελάκια, στο Πήλιο, στη Ραψάνη, αλλά και στην περιοχή της Λάρισας και του Τυρνάβου. Αυτό οφειλόταν στην αφθονία πρώτων υλών (βαμβάκι, μαλλί) και στις νέες τεχνικές νηματουργίας και βαφής που πέρασαν στο θεσσαλικό χώρο από τη Μ. Ασία. Αυτή η περίοδος κράτησε ως τα Ορλωφικά (περ. 1770), εποχή κατά την οποία οι Θεσσαλοί πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος και διώξεων. Έτσι τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα η Λάρισα εγκαταλείπεται, σχεδόν, από το χριστιανικό στοιχείο. Ο Κ. Κούμας, γέννημα της Λάρισας εκείνης της περιόδου γράφει: “οι ακμάζοντες διά της εμπορίας, εγυμνώθησαν, εσκοτώθησαν και όσοι εδυνήθησαν έφυγαν εις τα ορεινά χωρία”. Ο Βγέρστολ, Σουηδός περιηγητής της δεκαετίας του 1770 μας αναφέρει ότι η Λάρισα το 1779 δεν είχε καμία εκκλησία, ενώ αντίθετα λειτουργούσαν 24 τζαμιά και μία συναγωγή.

1. Γάλλος καπουτσίνος, πνευματικός του πρέσβη της Γαλλίας στην οθωμανική Πύλη, στα 1677.

2. Πρόκειται για το σουλτάνο Μωάμεθ (Μεχμέτ) Δ΄ .

3. Ο σουλτάνος διέμενε στη Λάρισα, προσωρινά, για να κατευθύνει τις κινήσεις του στρατού του κατά των Βενετών, στη διάρκεια του βενετοτουρκικού πολέμου.