Πρέπει να ανησυχούμε για τις ελληνικές τράπεζες;

28.05.2017 12:25  

  • Της Silvia Merler
  • Copyright Bruegel. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από το Capital.gr. Η δημοσίευση της ελληνικής μετάφρασης δεν αποτελεί προϊόν επίσημης συνεργασίας

Οι παρατηρητές της κρίσης του ευρώ έχουν συνηθίσει το γεγονός ότι η Ελλάδα επιστρέφει περιοδικά στο προσκήνιο. Και όταν συμβαίνει αυτό, συνοδεύεται συνήθως από την αναγέννηση της διαφωνίας μεταξύ του ΔΝΤ και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Αυτό συνέβη τον προηγούμενο μήνα, καθώς οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν για τους όρους βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους και μία από τις κύριες διαφωνίες φαίνεται να βρίσκεται στην αξιολόγηση της υγείας των ελληνικών τραπεζών.

Οι τράπεζες έχουν περάσει τρεις γύρους ανακεφαλαιοποίησης από το 2010 –ο τελευταίος το 2015- συνολικού ποσού 43 δισ. ευρώ. Η ανάλυση βιωσιμότητας χρέους του ΔΝΤ (DSA) ωστόσο, διατηρεί την εκτίμηση ότι ένα “μαξιλάρι” σχεδόν 10 δισ. ευρώ –σχεδόν το μισό του ποσού των DTAs στους ισολογισμούς των ελληνικών τραπεζών- θα πρέπει να μπουν στην άκρη για να καλύψουν πιθανές επιπρόσθετες ανάγκες στήριξης των τραπεζών. Η ευρωπαϊκή DSA ωστόσο δεν προβλέπει κανένα επιπλέον κόστος από μελλοντικές ανάγκες τραπεζικής ανακεφαλαιοποίησης. Η ΤτΕ από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες προβλέπεται να διατηρήσουν υψηλό επίπεδο κεφαλαιακής επάρκειας ακόμη και στο δυσμενές σενάριο μιας προσφάτως δημοσιευθείσας ανάλυσης.

Το ΔΝΤ δικαιολογεί την επιφυλακτικότητά του δηλώνοντας ότι η κατάσταση των ισολογισμών των τραπεζών είναι ακόμη ευάλωτη. Ο Πίνακας 1 δείχνει ότι η αναλογία της μη εξυπηρετούμενης έκθεσης (ΝΡΕ) παραμένει πολύ υψηλή, άνψ του 40% των συνολικών δανείων και για τις τέσσερις τράπεζες, και πάνω από το 50% για δύο από αυτές. Η αναλογίας των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι χαμηλότερη αλλά και πάλι κοντά στο 40% για εκείνες τις τράπεζες που ανακοινώνουν το ποσοστό.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν συμφωνήσει σε ένα σχέδιο μείωσης των ΝΡΕ σε χρονικό ορίζοντα τριών ετών, με τριμηνιαίο στόχο την μείωση των ΝΡΕ του κλάδου από το 50% στο 34% το 2019 και των NPLs από το 37% στο 20%. Η μείωση αναμένεται να οφείλεται κυρίως στην ωρίμανση των δανείων και σε διαγραφές, και σε μικρότερο βαθμό σε ρευστοποιήσεις, και πωλήσεις. Όπως αναμενόταν με βάση το σχέδιο, οι διαγραφές έχουν αυξηθεί προς το 2016, φθάνοντας τα 2,5 δισ. ευρώ για το έτος.

Ωστόσο, δημοσίευμα της “Καθημερινή” αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 2017 τα νέα NPLs εκτινάχθηκαν στα σχεδόν 1 δισ. δολάρια, αντιστρέφοντας την πτωτική πορεία στα τέλη του 2016, και προφανώς συνέχισε να αυξάνεται τον Φεβρουάριο. Η Ανάλυση της ΤτΕ διαπιστώνει ότι μία στις έξι επιχειρήσεις με μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι στρατηγικοί παραβάτες και ότι η στρατηγική στάση πληρωμών είναι θετική σε σχέση με το ανεξόφλητο χρέος και την οικονομική αβεβαιότητα.

Οι πηγές της εφημερίδας φαίνεται να το επικυρώνουν αυτό, αποδίδοντας την αύξηση στην αβεβαιότητα γύρω από την δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος και στο γεγονός ότι μεγάλος αριθμός δανειστών δεν θα συνεργαστεί ώστε να επιτευχθεί μια συμφωνία αναδιάρθρωσης, με την ελπίδα ότι η υιοθέτηση του εξωδικαστικού μηχανισμού από την κυβέρνηση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερους όρους και πιθανώς σε κούρεμα του χρέους.

Αν επιμείνουν, αυτοί οι παράγοντες θα μπορούσαν να περιπλέξουν την επίτευξη των στόχων για μείωση των ΝΡΕ. Η αγορά NPL έχει απελευθερωθεί το 2015, πιθανώς με στόχο να προσελκύσει ξένους επενδυτές, αλλά είναι απίθανο να συμβεί αυτό εάν η οικονομική αβεβαιότητα παραμένει. Η τρέχουσα στρατηγική για την επίτευξη των στόχων είναι κυρίως με τραπεζική “υποκίνηση”. Το ΔΝΤ υποστηρίζει στο Άρθρο IV ότι μια εναλλακτική θα μπορούσε να είναι η δημιουργία μιας εταιρείας διαχείρισης ενεργητικού (AMC), αλλά αυτό θα μπορούσε να είναι δύσκολο στην Ελλάδα καθώς υπάρχει μικρή ζήτηση για μια ιδιωτική AMC, και μια δημόσια AMC θα ήταν εκτεθειμένη σε κυβερνητικές ανησυχίες και θα έφερε ρίσκα, δεδομένων των αυστηρών ευρωπαϊκών κανόνων, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν bail in εάν χρειαστεί επιπλέον κεφάλαιο βραχυπρόθεσμα.

Μια δεύτερη ανησυχία που επισημάνθηκε στην αξιολόγηση του ΔΝΤ είναι αυτή των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και πιστώσεων (DTAs/DTCs). Έχω τονίσει προηγουμένως το ζήτημα εδώ, αλλά ουσιαστικά τα DTCs είναι εργαλεία που μπορούν να θεωρηθούν ως κεφάλαιο, ανεξαρτήτως από το εάν η τράπεζα καταγράφει ζημιές ή κέρδη, και αναλόγως με το πώς έχουν διαμορφωθεί, μπορεί να συνεπάγεται και μια υποχρέωση για το δημόσιο. Αυτά τα μέσα εξακολουθούν να ισχύουν για τις ελληνικές τράπεζες (Πίνακας 1), που μπορεί να υποβαθμίσουν την ποιότητα του κεφαλαίου.

Επομένως, ποιανού τις αξιολογήσεις θα πρέπει να εμπιστευτούμε όταν πρόκειται για τις ελληνικές τράπεζες; Όπως πάντα, όλες οι αξιολογήσεις μπορεί να είναι σωστές ή λάθος, αναλόγως με τις περιστάσεις. Είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε μία πρόβλεψη για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, ιδιαίτερα διότι η τύχη των τραπεζών δεν είναι ποτέ ξεχωριστή από αυτή της χώρας στην οποία βρίσκονται, και για την Ελλάδα, η οικονομική αβεβαιότητα έχει γίνει πλέον ο κανόνας. Ωστόσο, τα δύο ζητήματα που συζητήθηκαν εδώ προσθέτουν μία πηγή πιθανής ανησυχίας.

© Copyright Bruegel. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από το Capital.gr. Η δημοσίευση της ελληνικής μετάφρασης δεν αποτελεί προϊόν επίσημης συνεργασίας

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://bruegel.org/2017/02/should-we-worry-about-greek-banks/